Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ὑπό-ὑψώσητε
ὑπὸ
.
ὑπό
.
ὑποβάλλω
.
ὑπογραμμὸν
.
ὑπογραμμόν
.
ὑπογραμμός
.
ὑποδέδεκται
.
ὑποδεδεμένους
.
ὑπόδειγμα
.
ὑποδείγματα
.
ὑποδείγματι
.
ὑποδείκνυμι
.
ὑποδεικνύω
.
ὑποδειξω
.
ὑποδείξω
.
ὑποδεξαμένη
.
ὑποδέομαι
.
ὑποδέχομαι
.
ὑποδέω
.
ὑπόδημα
.
ὑποδήματα
.
ὑποδήματος
.
ὑποδημάτων
.
ὑπόδησαι
.
ὑποδησάμενοι
.
ὑπόδικος
.
ὑποδραμόντες
.
ὑποζύγιον
.
ὑποζυγίου
.
ὑποζώννυμι
.
ὑποζωννύντες
.
ὑποκάτω
.
ὑποκρίνομαι
.
ὑποκρινομένους
.
ὑποκρίσει
.
ὑποκρίσεις
.
ὑποκρίσεως
.
ὑπόκρισιν
.
ὑπόκρισις
.
ὑποκριτά
.
ὑποκριταὶ
.
ὑποκριταί
.
ὑποκριτής
.
ὑποκριτῶν
.
ὑπολαβὼν
.
ὑπολαμβάνειν
.
ὑπολαμβάνετε
.
ὑπολαμβάνω
.
ὑπόλειμμα
.
ὑπολείπω
.
ὑπολήνιον
.
ὑπόλιμμα
.
ὑπολιμπάνω
.
ὑπολιμπάνων
.
ὑπομείναντας
.
ὑπομείνας
.
ὑπομεμενηκότα
.
ὑπομένει
.
ὑπομενεῖτε
.
ὑπομένετε
.
ὑπομένομεν
.
ὑπομένοντας
.
ὑπομένοντες
.
ὑπομένω
.
ὑπομίμνησκε
.
ὑπομίμνῃσκε
.
ὑπομιμνήσκειν
.
ὑπομιμνῄσκειν
.
ὑπομιμνήσκω
.
ὑπομνῆσαι
.
ὑπομνήσει
.
ὑπόμνησιν
.
ὑπόμνησις
.
ὑπομνήσω
.
ὑπομονὴ
.
ὑπομονή
.
ὑπομονῇ
.
ὑπομονὴν
.
ὑπομονήν
.
ὑπομονῆς
.
ὑπονοεῖτε
.
ὑπονοέω
.
ὑπόνοια
.
ὑπόνοιαι
.
ὑποπιάζῃ
.
ὑποπλέω
.
ὑποπνεύσαντος
.
ὑποπνέω
.
ὑποπόδιον
.
ὑποπόδιόν
.
ὑποστάσει
.
ὑποστάσεως
.
ὑπόστασις
.
ὑποστείληται
.
ὑποστέλλω
.
ὑποστολή
.
ὑποστολῆς
.
ὑπόστρεφε
.
ὑποστρέφειν
.
ὑποστρέφοντι
.
ὑποστρέφω
.
ὑποστρέφων
.
ὑποστρέψαι
.
ὑποστρέψαντες
.
ὑποστρέψαντι
.
ὑποστρέψας
.
ὑποστρέψασαι
.
ὑποστρέψω
.
ὑποστρώννυμι
.
ὑποστρωννύω
.
ὑποταγέντων
.
ὑποταγή
.
ὑποταγῇ
.
ὑποταγήσεται
.
ὑποταγησόμεθα
.
ὑποτάγητε
.
ὑποτάξαι
.
ὑποτάξαντα
.
ὑποτάξαντι
.
ὑποτάξαντος
.
ὑποτάσσεσθαι
.
ὑποτάσσεσθε
.
ὑποτασσέσθω
.
ὑποτασσέσθωσαν
.
ὑποτάσσεται
.
ὑποτάσσησθε
.
ὑποτασσόμεναι
.
ὑποτασσομένας
.
ὑποτασσόμενοι
.
ὑποτασσόμενος
.
ὑποτάσσω
.
ὑποτεταγμένα
.
ὑποτέτακται
.
ὑποτιθέμενος
.
ὑποτίθημι
.
ὑποτρέχω
.
ὑποτύπωσιν
.
ὑποτύπωσις
.
ὑποφέρει
.
ὑποφέρω
.
ὑποχωρέω
.
ὑποχωρῶν
.
ὑπωπιάζῃ
.
ὑπωπιάζω
.
ὑπ’
.
ὗς
.
ὕσσωπος
.
ὑσσώπου
.
ὑσσώπῳ
.
ὑστερεῖ
.
ὑστερεῖσθαι
.
ὑστερέω
.
ὑστερηθεὶς
.
ὑστερηθείς
.
ὑστερηκέναι
.
ὑστέρημα
.
ὑστέρημά
.
ὑστερήματα
.
ὑστερήματος
.
ὑστέρησα
.
ὑστερήσαντος
.
ὑστερήσατε
.
ὑστερήσεως
.
ὑστέρησιν
.
ὑστέρησις
.
ὑστέροις
.
ὕστερον
.
ὕστερος
.
ὑστερούμεθα
.
ὑστερούμενοι
.
ὑστερουμένῳ
.
ὑστεροῦνται
.
ὑστερουντι
.
ὑστεροῦντι
.
ὑστερῶ
.
ὑστερῶν
.
ὑφαίνει
.
ὑφαίνω
.
ὑφαντὸς
.
ὑφαντός
.
ὑφ’
.
ὕψει
.
ὑψηλὰ
.
ὑψηλοῖς
.
ὑψηλὸν
.
ὑψηλόν
.
ὑψηλός
.
ὑψηλότερος
.
ὑψηλοῦ
.
ὑψηλοφρόνει
.
ὑψηλοφρονεῖν
.
ὑψηλοφρονέω
.
ὑψίστοις
.
ὕψιστος
.
ὑψίστου
.
ὕψος
.
ὕψους
.
ὑψόω
.
ὑψωθεὶς
.
ὑψωθείς
.
ὑψωθεῖσα
.
ὑψωθῆναι
.
ὑψωθῇς
.
ὑψωθήσεται
.
ὑψωθήσῃ
.
ὑψωθῆτε
.
ὑψωθῶ
.
ὕψωμα
.
ὑψῶν
.
ὑψώσει
.
ὕψωσεν
.
ὑψώσῃ
.
ὑψώσητε
.