Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ὑακίνθινος-ὕπνῳ
ὑακίνθινος
.
ὑακινθίνους
.
ὑάκινθος
.
ὑαλίνη
.
ὑαλίνην
.
ὑάλινος
.
ὕαλος
.
ὑάλῳ
.
ὕβρεσιν
.
ὕβρεως
.
ὑβρίζεις
.
ὑβρίζω
.
ὕβριν
.
ὕβρις
.
ὑβρίσαι
.
ὕβρισαν
.
ὑβρισθέντες
.
ὑβρισθήσεται
.
ὑβριστὰς
.
ὑβριστάς
.
ὑβριστήν
.
ὑβριστής
.
ὑγιαίνειν
.
ὑγιαίνοντα
.
ὑγιαίνοντας
.
ὑγιαίνοντες
.
ὑγιαινόντων
.
ὑγιαινούσῃ
.
ὑγιαινούσης
.
ὑγιαίνουσι
.
ὑγιαίνουσιν
.
ὑγιαίνω
.
ὑγιαίνωσιν
.
ὑγιεῖς
.
ὑγιῆ
.
ὑγιὴς
.
ὑγιής
.
ὑγρός
.
ὑγρῷ
.
ὕδασιν
.
ὕδατα
.
ὕδατι
.
ὕδατος
.
ὑδάτων
.
ὑδρία
.
ὑδρίαι
.
ὑδρίαν
.
ὑδρίας
.
ὑδροπότει
.
ὑδροποτέω
.
ὑδρωπικὸς
.
ὑδρωπικός
.
ὕδωρ
.
ὕελος
.
ὑέλῳ
.
ὑετὸν
.
ὑετόν
.
ὑετὸς
.
ὑετός
.
ὑετοὺς
.
υἱὲ
.
υἱέ
.
υἱοθεσία
.
υἱοθεσίαν
.
υἱοθεσίας
.
υἱοὶ
.
υἱοί
.
υἱοῖς
.
υἱὸν
.
υἱόν
.
υἱὸς
.
υἱός
.
υἱοῦ
.
υἱοὺς
.
υἱούς
.
υἱῷ
.
υἱῶν
.
ὕλη
.
ὕλην
.
ὑμᾶς
.
ὑμεῖς
.
Ὑμεναῖος
.
Ὑμέναιος
.
ὑμετέρα
.
ὑμετέρᾳ
.
ὑμετέραν
.
ὑμετέρας
.
ὑμέτερον
.
ὑμέτερος
.
ὑμετέρῳ
.
ὑμῖν
.
ὑμνέω
.
ὑμνήσαντες
.
ὑμνήσω
.
ὕμνοις
.
ὕμνος
.
ὕμνουν
.
ὑμῶν
.
ὑπαγε
.
ὕπαγε
.
ὑπάγει
.
ὑπάγειν
.
ὑπάγεις
.
ὑπάγετε
.
ὑπάγῃ
.
ὑπάγητε
.
ὑπάγοντας
.
ὑπάγοντες
.
ὑπάγω
.
ὑπακοὴ
.
ὑπακοή
.
ὑπακοῇ
.
ὑπακοὴν
.
ὑπακοήν
.
ὑπακοῆς
.
ὑπακούει
.
ὑπακούειν
.
ὑπακούετε
.
ὑπακούουσιν
.
ὑπακοῦσαι
.
ὑπακούω
.
ὕπανδρος
.
ὑπαντάω
.
ὑπαντῆσαι
.
ὑπάντησιν
.
ὑπάντησις
.
ὑπάρξεις
.
ὕπαρξιν
.
ὕπαρξις
.
ὑπάρχει
.
ὑπάρχειν
.
ὑπάρχοντα
.
ὑπάρχοντά
.
ὑπάρχοντας
.
ὑπάρχοντες
.
ὑπάρχοντος
.
ὑπαρχόντων
.
ὑπαρχούσης
.
ὑπάρχουσιν
.
ὑπάρχω
.
ὑπάρχων
.
ὑπάρχωσιν
.
ὑπέβαλον
.
ὑπέδειξα
.
ὑπέδειξεν
.
ὑπεδέξατο
.
ὑπέθηκαν
.
ὑπείκετε
.
ὑπείκω
.
ὑπέλαβεν
.
ὑπελείφθην
.
ὑπέμεινάν
.
ὑπεμείνατε
.
ὑπέμεινεν
.
ὑπέμενον
.
ὑπεμνήσθη
.
ὑπεναντίον
.
ὑπεναντίος
.
ὑπεναντίους
.
ὑπενεγκεῖν
.
ὑπενόουν
.
ὑπεπλεύσαμεν
.
ὑπερ
.
ὑπὲρ
.
ὑπεραίρομαι
.
ὑπεραιρόμενος
.
ὑπεραίρω
.
ὑπεραίρωμαι
.
ὑπέρακμος
.
ὑπεράνω
.
ὑπεραυξάνει
.
ὑπεραυξάνω
.
ὑπερβαίνειν
.
ὑπερβαίνω
.
ὑπερβάλλον
.
ὑπερβάλλοντα
.
ὑπερβαλλόντως
.
ὑπερβάλλουσαν
.
ὑπερβαλλούσης
.
ὑπερβάλλω
.
ὑπερβολὴ
.
ὑπερβολή
.
ὑπερβολῇ
.
ὑπερβολὴν
.
ὑπερεγώ
.
ὑπερείδω
.
ὑπερέκεινα
.
ὑπερεκπερισσοῦ
.
ὑπερεκπερισσῶς
.
ὑπερεκρισσῶς
.
ὑπερεκτείνομεν
.
ὑπερεκτείνω
.
ὑπερεκχυννόμενον
.
ὑπερεκχύννω
.
ὑπερεκχυνόμενον
.
ὑπερεκχύνω
.
ὑπερεντυγχάνει
.
ὑπερεντυγχάνω
.
ὑπερεπερίσσευσεν
.
ὑπερεπλεόνασεν
.
ὑπερέχον
.
ὑπερέχοντας
.
ὑπερέχοντι
.
ὑπερέχουσα
.
ὑπερεχούσαις
.
ὑπερέχω
.
ὑπερηφανία
.
ὑπερήφανοι
.
ὑπερηφάνοις
.
ὑπερήφανος
.
ὑπερηφάνους
.
ὑπεριδὼν
.
ὑπερλίαν
.
ὑπερνικάω
.
ὑπερνικῶμεν
.
ὑπέρογκα
.
ὑπέρογκος
.
ὑπεροχή
.
ὑπεροχῇ
.
ὑπεροχὴν
.
ὑπερπερισσεύομαι
.
ὑπερπερισσεύω
.
ὑπερπερισσῶς
.
ὑπερπλεονάζω
.
ὑπερυψόω
.
ὑπερύψωσεν
.
ὑπερφρονεῖν
.
ὑπερφρονέω
.
ὑπερῷον
.
ὑπερῴῳ
.
ὑπεστειλάμην
.
ὑπέστελλεν
.
ὑπέστρεφον
.
ὑπέστρεψα
.
ὑπέστρεψαν
.
ὑπέστρεψεν
.
ὑπεστρώννυον
.
ὑπετάγη
.
ὑπετάγησαν
.
ὑπέταξας
.
ὑπέταξεν
.
ὑπέχουσαι
.
ὑπέχω
.
ὑπεχώρησεν
.
ὑπῆγον
.
ὑπήκοοι
.
ὑπήκοοί
.
ὑπήκοος
.
ὑπήκουεν
.
ὑπήκουον
.
ὑπήκουσαν
.
ὑπηκούσατε
.
ὑπήκουσεν
.
ὑπήνεγκα
.
ὑπήντησαν
.
ὑπήντησεν
.
ὑπηρέται
.
ὑπηρέταις
.
ὑπηρέτας
.
ὑπηρετεῖν
.
ὑπηρετέω
.
ὑπηρέτῃ
.
ὑπηρέτην
.
ὑπηρέτης
.
ὑπηρέτησαν
.
ὑπηρετήσας
.
ὑπηρετῶν
.
ὑπῆρχεν
.
ὑπῇρχεν
.
ὑπῆρχον
.
ὕπνος
.
ὕπνου
.
ὕπνῳ
.