Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ὄμβρος-ὁσίως
ὄμβρος
.
ὁμείρομαι
.
ὁμειρόμενοι
.
ὁμιλεῖν
.
ὁμιλέω
.
ὁμιλήσας
.
ὁμιλία
.
ὁμιλίαι
.
ὅμιλος
.
ὁμίχλαι
.
ὁμίχλη
.
ὄμμα
.
ὄμματα
.
ὀμμάτων
.
ὀμνύει
.
ὀμνύειν
.
ὀμνύετε
.
ὀμνύναι
.
ὀμνύουσιν
.
ὀμνύω
.
ὁμοθυμαδὸν
.
ὁμοθυμαδόν
.
ὁμοία
.
ὅμοια
.
ὁμοιάζει
.
ὁμοιάζετε
.
ὁμοιάζω
.
ὅμοιαι
.
ὁμοίας
.
ὅμοιοι
.
ὅμοιοί
.
ὁμοῖον
.
ὅμοιον
.
ὁμοιοπαθεῖς
.
ὁμοιοπαθὴς
.
ὅμοιος
.
ὅμοιός
.
ὁμοιότης
.
ὁμοιότητα
.
ὁμοιόω
.
ὁμοιωθέντες
.
ὁμοιωθῆναι
.
ὁμοιωθήσεται
.
ὁμοιωθῆτε
.
ὁμοίωμα
.
ὁμοιώματα
.
ὁμοιώματι
.
ὁμοίως
.
ὁμοίωσιν
.
ὁμοίωσις
.
ὁμοιώσομεν
.
ὁμοιώσω
.
ὁμοιώσωμεν
.
ὁμολογεῖ
.
ὁμολογεῖται
.
ὁμολογέω
.
ὁμολογήσαντες
.
ὁμολογήσει
.
ὁμολογήσῃ
.
ὁμολογήσῃς
.
ὁμολογήσω
.
ὁμολογία
.
ὁμολογίαν
.
ὁμολογίας
.
ὁμολογουμένως
.
ὁμολογοῦντες
.
ὁμολογούντων
.
ὁμολογοῦσιν
.
ὁμολογῶ
.
ὁμολογῶμεν
.
ὁμολογῶν
.
ὀμόσαι
.
ὀμόσας
.
ὀμόσῃ
.
ὀμόσῃς
.
ὁμότεχνον
.
ὁμότεχνος
.
ὁμοῦ
.
ὁμόφρονες
.
ὁμόφρων
.
ὅμως
.
ὂν
.
ὃν
.
ὀναίμην
.
ὄναρ
.
ὀνάριον
.
ὀνειδίζειν
.
ὀνειδίζεσθε
.
ὀνειδιζόμεθα
.
ὀνειδίζοντος
.
ὀνειδιζόντων
.
ὀνειδίζω
.
ὀνειδισμοὶ
.
ὀνειδισμοῖς
.
ὀνειδισμὸν
.
ὀνειδισμός
.
ὀνειδίσωσιν
.
ὄνειδός
.
Ὀνήσιμον
.
Ὀνήσιμος
.
Ὀνησίμου
.
Ὀνησίμῳ
.
Ὀνησίφορος
.
Ὀνησιφόρου
.
ὀνικὸς
.
ὀνικός
.
ὀνίνημι
.
ὀνόμα
.
ὄνομα
.
ὄνομά
.
ὀνομάζειν
.
ὀνομαζέσθω
.
ὀνομάζεται
.
ὀνομαζόμενος
.
ὀνομαζομένου
.
ὀνομάζω
.
ὀνομάζων
.
ὀνόματα
.
ὀνόματά
.
ὄνοματα
.
ὀνοματί
.
ὀνόματι
.
ὀνόματί
.
ὀνόματος
.
ὀνόματός
.
ὀνομάτων
.
ὄνον
.
ὄνος
.
ὄνου
.
ὅνπερ
.
ὄντα
.
ὄντας
.
ὄντες
.
ὄντι
.
ὄντος
.
ὄντων
.
ὄντως
.
ὀξεῖα
.
ὀξεῖαν
.
ὀξεῖς
.
ὄξος
.
ὄξους
.
ὀξὺ
.
ὀξύ
.
ὀξύς
.
ὀπαῖς
.
ὀπή
.
ὀπῆς
.
ὄπισθεν
.
ὀπίσω
.
ὅπλα
.
ὁπλίζω
.
ὁπλίσασθε
.
ὅπλον
.
ὅπλων
.
ὁποίαν
.
ὁποῖοί
.
ὁποῖόν
.
ὁποῖος
.
ὁπότε
.
ὅποτε
.
ὅπου
.
ὀπτάνομαι
.
ὀπτανόμενος
.
ὀπτασία
.
ὀπτασίᾳ
.
ὀπτασίαν
.
ὀπτασίας
.
ὀπτός
.
ὀπτοῦ
.
ὀπώρα
.
ὅπως
.
ὁρᾷ
.
ὅρα
.
ὅραμα
.
ὁράματι
.
ὁράματος
.
ὁράσει
.
ὁράσεις
.
ὅρασις
.
ὁρατὰ
.
ὁρᾶτε
.
ὁρατός
.
ὁράω
.
ὀργὴ
.
ὀργή
.
ὀργῇ
.
ὀργὴν
.
ὀργήν
.
ὀργῆς
.
ὀργίζεσθε
.
ὀργιζόμενος
.
ὀργίζω
.
ὀργίλον
.
ὀργίλος
.
ὀργισθεὶς
.
ὀργυιά
.
ὀργυιὰς
.
ὀρέγεται
.
ὀρέγομαι
.
ὀρεγόμενοι
.
ὀρέγονται
.
ὄρει
.
ὀρεινῇ
.
ὀρεινὴν
.
ὀρεινός
.
ὀρέξει
.
ὄρεξις
.
ὄρεσι
.
ὄρεσιν
.
ὀρέων
.
ὄρη
.
ὀρθὰς
.
ὀρθοποδέω
.
ὀρθοποδοῦσιν
.
ὀρθός
.
ὀρθοτομέω
.
ὀρθοτομοῦντα
.
ὀρθριαὶ
.
ὄρθριαι
.
ὀρθρίζω
.
ὀρθριναὶ
.
ὀρθρινός
.
ὄρθριος
.
ὄρθρον
.
ὄρθρος
.
ὄρθρου
.
ὀρθῶς
.
ὅρια
.
ὁρίζει
.
ὁρίζω
.
ὁρίοις
.
ὅριον
.
ὁρίσας
.
ὁρισθέντος
.
ὁρίων
.
ὁρκίζομεν
.
ὀρκίζω
.
ὁρκίζω
.
ὅρκον
.
ὅρκος
.
ὅρκου
.
ὅρκους
.
ὅρκῳ
.
ὁρκωμοσία
.
ὁρκωμοσίας
.
ὁρμάω
.
ὁρμὴ
.
ὁρμή
.
ὅρμημα
.
ὁρμήματι
.
ὄρνεα
.
ὀρνέοις
.
ὄρνεον
.
ὀρνέου
.
ὄρνιξ
.
ὄρνις
.
ὁροθεσία
.
ὁροθεσίας
.
ὄρος
.
ὄρους
.
ὀρύσσω
.
ὀρφανός
.
ὀρφανοὺς
.
ὀρφανούς
.
ὀρχέομαι
.
ὀρχησαμένης
.
ὁρῶ
.
ὁρῶμεν
.
ὁρῶν
.
ὁρῶντες
.
ὁρῶσαι
.
ὃς
.
ὅς
.
ὃσα
.
ὅσα
.
ὅσαι
.
ὁσάκις
.
ὅσας
.
ὅσια
.
ὅσιον
.
ὅσιόν
.
ὅσιος
.
ὁσιότης
.
ὁσιότητι
.
ὁσίους
.
ὁσίως
.