Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ὁ-ὅλως
ὁ
.
ὃ
.
ὅ
.
ὅ_ἐστι
.
ὀγδόῃ
.
ὀγδοήκοντα
.
ὀγδοηκοντατεσσάρων
.
ὄγδοον
.
ὄγδοος
.
ὄγδοός
.
ὄγκον
.
ὄγκος
.
ὁδε
.
ὁδὲ
.
ὅδε
.
ὁδεύω
.
ὁδεύων
.
ὁδηγεῖ
.
ὁδηγεῖν
.
ὁδηγέω
.
ὁδηγῇ
.
ὁδηγήσει
.
ὁδηγήσῃ
.
ὁδήγησῃ
.
ὁδηγοὶ
.
ὁδηγοί
.
ὁδηγὸν
.
ὁδηγός
.
ὁδηγοῦ
.
ὁδοὶ
.
ὁδοί
.
ὁδοιπορέω
.
ὁδοιπορία
.
ὁδοιπορίαις
.
ὁδοιπορίας
.
ὁδοιπορούντων
.
ὁδοῖς
.
ὁδὸν
.
ὁδόν
.
ὀδόντα
.
ὀδόντας
.
ὀδόντες
.
ὀδόντος
.
ὀδόντων
.
ὁδὸς
.
ὁδοῦ
.
ὀδούς
.
ὁδοὺς
.
ὁδούς
.
ὀδύναις
.
ὀδυνᾶσαι
.
ὀδυνάω
.
ὀδύνη
.
ὀδυνῶμαι
.
ὀδυνώμενοι
.
ὀδυρμόν
.
ὀδυρμὸς
.
ὁδῷ
.
ὁδῶν
.
ὄζει
.
Ὀζείαν
.
Ὀζείας
.
Ὀζίαν
.
Ὀζίας
.
ὄζω
.
ὅθεν
.
ὀθόνη
.
ὀθόνην
.
ὀθόνια
.
ὀθονίοις
.
ὀθόνιον
.
ὀθονίων
.
οἱ
.
οἳ
.
οἴ
.
οἵ
.
οἵα
.
οἷα
.
οἷά
.
οἶδα
.
οἶδά
.
οἴδαμεν
.
οἴδαμέν
.
οἶδας
.
οἴδασι
.
οἴδασιν
.
οἰδατε
.
οἴδατε
.
οἶδεν
.
οἰέσθω
.
οἰκεῖ
.
οἰκειακοὶ
.
οἰκειακοὺς
.
οἰκεῖν
.
οἰκεῖοι
.
οἰκεῖος
.
οἰκείους
.
οἰκείων
.
οἰκέται
.
οἰκετεία
.
οἰκετείας
.
οἰκέτην
.
οἰκέτης
.
οἰκέτου
.
οἰκετῶν
.
οἰκέω
.
οἴκημα
.
οἰκήματι
.
οἰκητήριον
.
οἰκία
.
οἰκίᾳ
.
οἰκιακοὶ
.
οἰκιακός
.
οἰκιακοὺς
.
οἰκίαν
.
οἰκίας
.
οἰκιῶν
.
οἰκοδεσποτεῖν
.
οἰκοδεσποτέω
.
οἰκοδεσπότῃ
.
οἰκοδεσπότην
.
οἰκοδεσπότης
.
οἰκοδεσπότου
.
οἰκοδομαί
.
οἰκοδομὰς
.
οἰκοδομάς
.
οἰκοδομεῖ
.
οἰκοδομεῖν
.
οἰκοδομεῖσθαι
.
οἰκοδομεῖσθε
.
οἰκοδομεῖται
.
οἰκοδομεῖτε
.
οἰκοδομέω
.
οἰκοδομὴ
.
οἰκοδομή
.
οἰκοδομήθη
.
οἰκοδομηθήσεται
.
οἰκοδομὴν
.
οἰκοδομήν
.
οἰκοδομῆς
.
οἰκοδομῆσαι
.
οἰκοδομήσαντι
.
οἰκοδόμησεν
.
οἰκοδομήσετέ
.
οἰκοδομῆσθαι
.
οἰκοδομήσω
.
οἰκοδομία
.
οἰκοδόμος
.
οἰκοδομουμέναι
.
οἰκοδομούμεναι
.
οἰκοδομουμένη
.
οἰκοδομοῦντες
.
οἰκοδομοῦντι
.
οἰκοδομούντων
.
οἰκοδόμούντων
.
οἰκοδομῶ
.
οἰκοδομῶν
.
οἰκοδόμων
.
οἴκοις
.
οἶκον
.
οἶκόν
.
οἰκονομεῖν
.
οἰκονομέω
.
οἰκονομία
.
οἰκονομίαν
.
οἰκονομίας
.
οἰκονόμοι
.
οἰκονόμοις
.
οἰκονόμον
.
οἰκονόμος
.
οἰκονόμους
.
οἰκος
.
οἶκος
.
οἶκός
.
οἴκου
.
οἰκουμένη
.
οἰκουμένῃ
.
οἰκουμένην
.
οἰκουμένης
.
οἰκουργός
.
οἰκουργοὺς
.
οἰκουργούς
.
οἰκουρός
.
οἰκουρούς
.
οἴκους
.
οἰκοῦσα
.
οἰκτειρήσω
.
οἰκτείρω
.
οἰκτιρήσω
.
οἰκτιρμοί
.
οἰκτίρμονες
.
οἰκτιρμός
.
οἰκτιρμοῦ
.
οἰκτιρμῶν
.
οἰκτίρμων
.
οἰκτίρω
.
οἴκῳ
.
οἰκῶν
.
οἴκων
.
οἶμαι
.
οἶνον
.
οἰνοπότης
.
οἰνος
.
οἶνος
.
οἴνου
.
οἰνοφλυγία
.
οἰνοφλυγίαις
.
οἴνῳ
.
οἷοι
.
οἷοί
.
οἴομαι
.
οἰόμενοι
.
οἷον
.
οἷος
.
οἵου
.
οἵους
.
οἷς
.
οἴσει
.
οἴσουσιν
.
οἵτινες
.
οἵτινές
.
ὀκνέω
.
ὀκνηρέ
.
ὀκνηροί
.
ὀκνηρόν
.
ὀκνηρός
.
ὀκνήσαι
.
ὀκνῆσαι
.
ὀκνήσῃς
.
ὀκταήμερος
.
οκτὼ
.
ὀκτὼ
.
ὀκτώ
.
ὄλεθρον
.
ὄλεθρος
.
ὅλη
.
ὅλῃ
.
ὅλην
.
ὅλης
.
ὀλίγα
.
ὀλίγαι
.
ὀλίγας
.
ὀλίγην
.
ὀλίγης
.
ὀλίγοι
.
ὀλίγοις
.
ὀλίγον
.
ὀλιγόπιστε
.
ὀλιγοπιστία
.
ὀλιγοπιστίαν
.
ὀλιγόπιστοι
.
ὀλιγόπιστος
.
ὀλίγος
.
ὀλίγου
.
ὀλιγόψυχος
.
ὀλιγοψύχους
.
ὀλίγῳ
.
ὀλίγων
.
ὀλιγώρει
.
ὀλιγωρέω
.
ὀλίγως
.
ὀλοθρευτής
.
ὀλοθρευτοῦ
.
ὀλοθρεύω
.
ὀλοθρεύων
.
ὁλοκαύτωμα
.
ὁλοκαυτώματα
.
ὁλοκαυτωμάτων
.
ὁλοκληρία
.
ὁλοκληρίαν
.
ὁλόκληροι
.
ὁλόκληρον
.
ὁλόκληρος
.
ὀλολύζοντες
.
ὀλολύζω
.
ὅλον
.
ὅλος
.
ὁλοτελεῖς
.
ὁλοτελής
.
ὅλου
.
ὅλους
.
Ὀλυμπᾶν
.
Ὀλυμπᾶς
.
ὄλυνθος
.
ὀλύνθους
.
ὅλῳ
.
ὅλως
.