Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἡνίκα-ἥψατό
ἡνίκα
.
ἠνοίγη
.
ἠνοίγησαν
.
ἠνοιγμένων
.
ἤνοιξαν
.
ἤνοιξε
.
ἤνοιξεν
.
ἤνοιξέν
.
ἠνοίχθη
.
ἠνοίχθησαν
.
ἠντληκότες
.
ἥξει
.
ἥξῃ
.
ἠξίου
.
ἠξίωσα
.
ἠξίωται
.
ἥξουσιν
.
ἥξω
.
ἥξωσιν
.
ἠπατήθη
.
ἠπείθησαν
.
ἠπειθήσατε
.
ἠπείθουν
.
ἠπείλει
.
ἤπερ
.
ἤπιοι
.
ἤπιον
.
ἤπιος
.
ἠπίστησαν
.
ἠπίστησάν
.
ἠπίστουν
.
ἠπόρει
.
ἤπτοντο
.
ἥπτοντο
.
Ἤρ
.
ἦραν
.
ἤρατε
.
ἠργάζετο
.
ἠργάζοντο
.
ἠργάσαντο
.
ἠργάσατο
.
ἦρε
.
ἠρέθισε
.
ἠρέθισεν
.
ἤρεμον
.
ἤρεμος
.
ἦρεν
.
ἤρεσεν
.
ἤρεσκον
.
ἡρέτισα
.
ᾑρέτισα
.
ἠρημώθη
.
ἠρημωμένην
.
ἤρθη
.
ἠριθμημέναι
.
ἠρίθμηνται
.
ἠρίστησαν
.
ἦρκεν
.
ἠρμένον
.
ἡρμοσάμην
.
ἠρνεῖτο
.
ἠρνημένοι
.
ἠρνήσαντο
.
ἠρνήσασθε
.
ἠρνήσατο
.
ἠρνήσω
.
ἤρνηται
.
ἤρξαντο
.
ἤρξαντό
.
ἤρξατο
.
Ἡροδίωνα
.
ἡρπάγη
.
ἥρπασεν
.
ἡρπάσθη
.
ἠρτυμένος
.
ἤρχετο
.
ἤρχοντο
.
ἤρχου
.
Ἡρώδῃ
.
Ἡρῴδῃ
.
Ἡρώδην
.
Ἡρῴδην
.
Ἡρώδης
.
Ἡρῴδης
.
Ἡρωδιάδα
.
Ἡρῳδιάδα
.
Ἡρωδιάδος
.
Ἡρῳδιάδος
.
Ἡρωδιανοί
.
Ἡρωδιανῶν
.
Ἡρῳδιανῶν
.
Ἡρωδιὰς
.
Ἡρῳδιὰς
.
Ἡρωδίων
.
Ἡρωδίωνα
.
Ἡρῳδίωνα
.
Ἡρώδου
.
Ἡρῴδου
.
ἠρωτᾷ
.
ἠρώτα
.
ἠρώτησαν
.
ἠρώτησεν
.
ἠρώτουν
.
ἠρώτων
.
ἡς
.
ἣς
.
ἦς
.
ἧς
.
ᾖς
.
Ἠσαΐᾳ
.
Ἠσαΐαν
.
Ἡσαΐαν
.
Ἠσαΐας
.
Ἡσαΐας
.
Ἠσαΐου
.
ἦσαν
.
Ἠσαῦ
.
Ἡσαῦ
.
ἠσέβησαν
.
ἦσθα
.
ἠσθένει
.
ἠσθενήκαμεν
.
ἠσθένησα
.
ἠσθενήσαμεν
.
ἠσθένησεν
.
ἤσθιεν
.
ἤσθιον
.
ἠσπάζοντο
.
ἠσπάσατο
.
ἧσσον
.
ἡσσώθητε
.
ἥσσων
.
ἠστόχησαν
.
ἡσυχάζειν
.
ἡσυχάζω
.
ἡσυχάσαμεν
.
ἡσύχασαν
.
ἡσυχία
.
ἡσυχίᾳ
.
ἠσυχίαν
.
ἡσυχίαν
.
ἡσυχίας
.
ἡσύχιον
.
ἡσύχιος
.
ἡσυχίου
.
ἠσφαλίσαντο
.
ἠσφαλίσατο
.
ἠτακτήσαμεν
.
ἦτε
.
ᾐτήκαμεν
.
ᾐτήσαντο
.
ᾔτησας
.
ᾐτήσασθε
.
ᾐτήσατε
.
ᾐτήσατο
.
ἠτίμασαν
.
ἠτιμάσατε
.
ἠτίμησαν
.
ἠτιμωμένον
.
ἠτίμωμένον
.
ἥτις
.
ἤτὸ[ν]
.
ἤτοι
.
ἡτοίμακα
.
ἡτοίμασα
.
ἡτοίμασαν
.
ἡτοίμασας
.
ἡτοίμασεν
.
ἡτοιμασμένην
.
ἡτοιμασμένοι
.
ἡτοιμασμένοις
.
ἡτοιμασμένον
.
ἡτοίμασται
.
ᾐτοῦντο
.
ἡττάω
.
ἡττήθητε
.
ἥττημα
.
ἥττηται
.
ἥττον
.
ἧττον
.
ἥττων
.
ἡττῶνται
.
ἤτω
.
ηὐδόκησα
.
ηὐδοκήσαμεν
.
ηὐδόκησαν
.
ηὐδόκησας
.
ηὐδόκησεν
.
ηὐκαίρουν
.
ηὐλήσαμεν
.
ηὐλίζετο
.
ηὐλίσθη
.
ηὐλόγει
.
ηὐλόγησεν
.
ηὔξανε
.
ηὔξανεν
.
ηὔξησεν
.
ηὐπορεῖτό
.
ηὑρίσκετο
.
ηὕρισκον
.
ηὐφράνθη
.
ηὐχαρίστησαν
.
ηὐχόμην
.
ηὔχοντο
.
ἤφιεν
.
ἠχέω
.
ἤχθη
.
ἤχθημεν
.
ᾐχμαλώτευσεν
.
ἦχος
.
ἤχους
.
ἠχούσης
.
ἠχρειώθησαν
.
ἠχρεώθησαν
.
ἤχῳ
.
ἠχῶν
.
ἥψαντο
.
ἥψατο
.
ἥψατό
.