Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἠ-ἠνεῳχθησαν
ἠ
.
ἡ
.
ἢ
.
ἣ
.
ἤ
.
ἥ
.
ἦ
.
ᾖ
.
ᾗ
.
ἠβουλήθην
.
ἤγαγεν
.
ἠγάγετε
.
ἤγαγον
.
ἠγαλλιάσατο
.
ἠγαλλίασεν
.
ἠγαλλιᾶτο
.
ἠγανάκτησαν
.
ἠγανάκτησεν
.
ἠγάπα
.
ἠγαπᾶτε
.
ἠγαπᾶτέ
.
ἠγαπήκαμεν
.
ἠγαπηκόσι
.
ἠγαπηκόσιν
.
ἠγαπημένην
.
ἠγαπημένοι
.
ἠγαπημένοις
.
ἠγαπημένῳ
.
ἠγάπησα
.
ἠγάπησά
.
ἠγαπήσαμεν
.
ἠγάπησαν
.
ἠγάπησας
.
ἠγάπησάς
.
ἠγάπησεν
.
ἠγάπησέν
.
ἠγγάρευσαν
.
ἤγγειλαν
.
ἤγγιζεν
.
ἤγγικεν
.
ἤγγισαν
.
ἤγγισεν
.
ἤγειραν
.
ἤγειρεν
.
ἡγεῖσθαι
.
ἡγεῖσθε
.
ἡγείσθωσαν
.
ἡγεμόνα
.
ἡγεμόνας
.
ἡγεμονεύοντος
.
ἡγεμονεύω
.
ἡγεμόνι
.
ἡγεμονία
.
ἡγεμονίας
.
ἡγεμόνος
.
ἡγεμόνων
.
ἡγεμόσιν
.
ἡγεμὼν
.
ἡγεμών
.
ἦγεν
.
ἡγέομαι
.
ἠγέρθη
.
ἠγέρθησαν
.
ἠγέρθῃσαν
.
ἤγεσθε
.
ἤγετο
.
ἥγημαι
.
ἡγησάμενος
.
ἡγησάμην
.
ἡγήσασθε
.
ἡγήσατο
.
ἡγίασεν
.
ἡγιάσθη
.
ἡγιάσθητε
.
ἡγιασμένη
.
ἡγιασμένοι
.
ἠγίασμένοις
.
ἡγιασμένοις
.
ἡγιασμένον
.
ἡγίασται
.
ἡγνικότες
.
ἡγνισμένον
.
ἠγνόουν
.
ἤγοντο
.
ἠγόραζον
.
ἠγόρασα
.
ἠγόρασαν
.
ἠγόρασας
.
ἠγόρασεν
.
ἠγοράσθησαν
.
ἠγοράσθητε
.
ἠγορασμένοι
.
ἡγοῦμαι
.
ἡγούμενοι
.
ἡγουμένοις
.
ἡγούμενον
.
ἡγούμενος
.
ἡγουμένους
.
ἡγουμένων
.
ἡγοῦνται
.
ἠγωνίζοντο
.
ἠγώνισμαι
.
ᾔδει
.
ᾖδει
.
ᾔδειν
.
ᾔδεις
.
ᾔδεισαν
.
ᾔδειτε
.
ἡδέως
.
ἤδη
.
ἠδίκηκα
.
ἠδίκησα
.
ἠδικήσαμεν
.
ἠδικήσατε
.
ἠδίκησεν
.
ἠδίκησέν
.
ἥδιστα
.
ἡδοναῖς
.
ἡδονή
.
ἡδονὴν
.
ἡδονῶν
.
ἠδύναντο
.
ἠδύνασθε
.
ἠδυνάσθη
.
ἠδύνατο
.
ἠδυνήθη
.
ἠδυνήθημεν
.
ἠδυνήθην
.
ἠδυνήθησαν
.
ἠδυνήθητε
.
ἡδύοσμον
.
ἤθελεν
.
ἤθελες
.
ἠθέλησα
.
ἠθελήσαμεν
.
ἠθέλησαν
.
ἤθελησαν
.
ἠθέλησας
.
ἠθελήσατε
.
ἠθέλησεν
.
ἤθελησεν
.
ἤθελον
.
ἠθέτησαν
.
ἤθη
.
ἦθος
.
ἠθροισμένους
.
ἠθῶν
.
ἡθῶν
.
ἤθων
.
ἠκαιρεῖσθε
.
ἥκασιν
.
ἥκει
.
ἤκμασαν
.
ἤκμασεν
.
ἠκολούθει
.
ἠκολουθήκαμέν
.
ἠκολουθήσαμέν
.
ἠκολούθησαν
.
ἠκολούθησεν
.
ἠκολούθουν
.
ἧκον
.
ἤκουεν
.
ἤκουον
.
ἤκουσα
.
ἠκούσαμεν
.
ἤκουσαν
.
ἤκουσας
.
ἤκουσάς
.
ἠκούσατε
.
ἠκούσατέ
.
ἤκουσεν
.
ἠκούσθη
.
ἥκουσιν
.
ἠκρίβωσεν
.
ἠκυρώσατε
.
ἥκω
.
ἥλατο
.
ἠλαττόνησεν
.
ἠλαττωμένον
.
ἠλάττωσας
.
ἠλαύνετο
.
ἠλεήθημεν
.
ἠλεήθην
.
ἠλεήθητε
.
ἠλεημένοι
.
ἠλεημένος
.
ἠλέησα
.
ἠλέησεν
.
ἠλέησέν
.
ἡλεὶ
.
ἡλεί
.
Ἡλεία
.
Ἡλείᾳ
.
Ἡλείαν
.
Ἠλείας
.
Ἡλείας
.
Ἡλείου
.
ἤλειφεν
.
ἤλειφον
.
ἤλειψας
.
ἤλειψεν
.
ἤλειψέν
.
ἠλευθέρωσεν
.
ἠλευθέρωσέν
.
ἤλθαμεν
.
ἦλθαν
.
ἤλθατε
.
ἦλθε
.
ἠλθεν
.
ἦλθεν
.
ἠλθες
.
ἦλθες
.
ἤλθετε
.
ἤλθομεν
.
ἤλθον
.
ἦλθον
.
Ηλι
.
Ἠλὶ
.
Ἠλί
.
Ἡλί
.
Ἠλίᾳ
.
Ἡλίᾳ
.
Ἠλίαν
.
Ἡλίαν
.
Ἠλίας
.
Ἡλίας
.
ἡλίκην
.
ἡλικία
.
ἡλικίᾳ
.
ἡλικίαν
.
ἡλικίας
.
ἡλίκον
.
ἡλίκος
.
ἥλιον
.
ἥλιος
.
ἡλίου
.
Ἠλίου
.
ἡλίῳ
.
ἡλκωμένος
.
ἤλλαξαν
.
ἥλλετο
.
ἧλος
.
ἤλπιζέν
.
ἠλπίζομεν
.
ἠλπίκαμεν
.
ἠλπίκατε
.
ἤλπικεν
.
ἠλπικέναι
.
ἠλπικότες
.
ἠλπίσαμεν
.
ἥλων
.
ἥμαρτεν
.
ἥμαρτες
.
ἡμαρτήκαμεν
.
ἥμαρτον
.
ἡμᾶς
.
ἤμεθα
.
ἡμεῖς
.
ἠμέλησα
.
ἤμελλεν
.
ἤμελλες
.
ἤμελλον
.
ἤμεν
.
ἦμεν
.
ἡμέρα
.
ἡμέρᾳ
.
ἡμέραι
.
ἡμέραις
.
ἡμέραῖς
.
ἡμέραν
.
ἠμέρας
.
ἡμέρας
.
ἡμερῶν
.
ἡμετέρα
.
ἡμετέραις
.
ἡμετέραν
.
ἡμετέρας
.
ἡμέτεροι
.
ἡμετέροις
.
ἡμέτερον
.
ἡμέτερον
.
ἡμέτερος
.
ἡμετέρων
.
ἤμην
.
ἡμιθανῆ
.
ἡμιθανής
.
ἡμῖν
.
ἡμίσειά
.
ἡμίση
.
ἡμίσιά
.
ἡμίσους
.
ἥμισυ
.
ἥμισυς
.
ἡμιώριον
.
ἡμιώρον
.
ἠμύνατο
.
ἠμφιεσμένον
.
ημῶν
.
ἡμῶν
.
ἠν
.
ἣν
.
ἥν
.
ἦν
.
ἧν
.
ἠνάγκαζον
.
ἠναγκάσατε
.
ἠνάγκασεν
.
ἠναγκάσθη
.
ἠναγκάσθην
.
ἤνεγκα
.
ἤνεγκαν
.
ἤνεγκεν
.
ἠνείχεσθε
.
ἠνεσχόμην
.
ἠνέχθη
.
ἠνεῳγμένη
.
ἠνεῳγμένην
.
ἠνεῳγμένον
.
ἠνέωξέν
.
ἠνέῳξέν
.
ἠνεῴχθη
.
ἠνεῴχθησαν
.
ἠνεῴχθησάν
.