Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἔτι-εὕρωσιν
ἔτι
.
έτι
.
ἐτίθει
.
ἐτίθεσαν
.
ἐτίθουν
.
ἔτιλλον
.
ἐτίμησαν
.
ἐτιμήσαντο
.
ἕτοιμα
.
ἕτοιμά
.
ἑτοίμαζέ
.
ἑτοιμάζω
.
ἑτοιμάσαι
.
ἑτοιμάσαντες
.
ἑτοιμάσας
.
ἑτοιμάσατε
.
ἑτοιμασθῇ
.
ἑτοιμασία
.
ἑτοιμασίᾳ
.
ἑτοιμάσομεν
.
ἑτοιμάσομέν
.
ἑτοίμασον
.
ἑτοιμάσω
.
ἑτοιμάσωμεν
.
ἑτοιμάσωμέν
.
ἑτοίμην
.
ἕτοιμοι
.
ἕτοιμοί
.
ἕτοιμον
.
ἕτοιμος
.
ἕτοιμός
.
ἑτοίμους
.
ἑτοίμῳ
.
ἑτοίμως
.
ἐτόλμα
.
ἐτόλμησεν
.
ἐτόλμησέν
.
ἐτόλμων
.
ἔτος
.
ἐτρέχετε
.
ἔτρεχον
.
ἐτροποφόρησεν
.
ἐτρύγησεν
.
ἐτρυφήσατε
.
ἐτύθη
.
ἐτυμπανίσθησαν
.
ἔτυπτε
.
ἔτυπτεν
.
ἔτυπτον
.
ἐτύφλωσεν
.
ἐτῶν
.
εὖ
.
Εὔα
.
Εὖα
.
εὐαγγελίζεσθαι
.
εὐαγγελίζεται
.
εὐαγγελίζηται
.
εὐαγγελίζομαι
.
εὐαγγελιζόμεθα
.
εὐαγγελιζόμενοι
.
εὐαγγελιζόμενοί
.
εὐαγγελιζόμενος
.
εὐαγγελιζομένου
.
εὐαγγελιζομένῳ
.
εὐαγγελιζομένων
.
εὐαγγελίζονται
.
εὐαγγελίζω
.
εὐαγγελίζωμαι
.
εὐαγγέλιον
.
εὐαγγέλιόν
.
εὐαγγελίου
.
εὐαγγελίσαι
.
εὐαγγελισάμενοί
.
εὐαγγελισαμένου
.
εὐαγγελισαμένων
.
εὐαγγελίσασθαι
.
εὐαγγελίσασθαί
.
εὐαγγελίσηται
.
εὐαγγελισθὲν
.
εὐαγγελισθέντες
.
εὐαγγελιστάς
.
εὐαγγελιστής
.
εὐαγγελιστοῦ
.
εὐαγγελίσωμαι
.
εὐαγγελίῳ
.
Εὔαν
.
Εὕαν
.
εὐαρεστεῖται
.
εὐαρεστέω
.
εὐαρεστηκέναι
.
εὐαρεστῆσαι
.
εὐάρεστοι
.
εὐάρεστον
.
εὐάρεστόν
.
εὐάρεστος
.
εὐαρέστους
.
εὐαρέστως
.
Εὔβουλος
.
εὖγε
.
εὐγενεῖς
.
εὐγενέστεροι
.
εὐγενὴς
.
εὐδία
.
εὐδοκεῖ
.
εὐδοκέω
.
εὐδόκησα
.
εὐδοκήσαμεν
.
εὐδόκησαν
.
εὐδοκήσαντες
.
εὐδόκησας
.
εὐδόκησεν
.
εὐδοκία
.
εὐδοκίαν
.
εὐδοκίας
.
εὐδοκοῦμεν
.
εὐδοκῶ
.
εὐεργεσία
.
εὐεργεσίᾳ
.
εὐεργεσίας
.
εὐεργέται
.
εὐεργετέω
.
εὐεργέτης
.
εὐεργετῶν
.
εὐηγγελίζετο
.
εὐηγγελίζοντο
.
εὐηγγελισάμεθα
.
εὐηγγελισάμην
.
εὐηγγελίσαντο
.
εὐηγγελίσατο
.
εὐηγγέλισεν
.
εὐηγγελίσθη
.
εὐηγγελισμένοι
.
εὐηρεστηκέναι
.
εὐθεῖα
.
εὐθείαν
.
εὐθεῖαν
.
εὐθείας
.
εὔθετον
.
εὔθετόν
.
εὔθετος
.
εὔθετός
.
εὐθεὼς
.
εὐθὲως
.
εὐθέως
.
εὐθυδρομέω
.
εὐθυδρομήσαμεν
.
εὐθυδρομήσαντες
.
εὐθυμεῖ
.
εὐθυμεῖν
.
εὐθυμεῖτε
.
εὐθυμέω
.
εὔθυμοι
.
εὔθυμος
.
εὐθυμότερον
.
εὐθύμοτερον
.
εὐθύμως
.
εὐθύνατε
.
εὐθύνοντος
.
εὐθύνω
.
εὐθὺς
.
εὐθύς
.
εὐθύτης
.
εὐθύτητος
.
εὐθύως
.
εὐκαιρέω
.
εὐκαιρήσῃ
.
εὐκαιρία
.
εὐκαιρίαν
.
εὔκαιρον
.
εὔκαιρος
.
εὐκαίρου
.
εὐκαίρουν
.
εὐκαίρως
.
εὔκοπος
.
εὐκοπώτερον
.
εὐκοπώτερόν
.
εὐκοπώτερος
.
εὐλάβεια
.
εὐλαβείας
.
εὐλαβεῖς
.
εὐλαβέομαι
.
εὐλαβηθεὶς
.
εὐλαβὴς
.
εὐλαβής
.
εὐλογει
.
εὐλόγει
.
εὐλογεῖν
.
εὐλογεῖται
.
εὐλογειτε
.
εὐλογεῖτε
.
εὐλογέω
.
εὐλογηθήσονται
.
εὐλόγηκεν
.
εὐλογημένη
.
εὐλογημένοι
.
εὐλογημένος
.
εὐλογῇς
.
εὐλογήσας
.
εὐλόγησεν
.
εὐλογήσῃς
.
εὐλογήσω
.
εὐλογητὸς
.
εὐλογητός
.
εὐλογητοῦ
.
εὐλογία
.
εὐλογίᾳ
.
εὐλογίαις
.
εὐλογίαν
.
εὐλογίας
.
εὐλογοῦμεν
.
εὐλογοῦντα
.
εὐλογοῦνται
.
εὐλογοῦντες
.
εὐλογῶν
.
εὐμετάδοτος
.
εὐμεταδότους
.
Ἐυνείκῃ
.
Εὐνίκῃ
.
εὐνοέω
.
εὔνοια
.
εὔνοιαν
.
εὐνοίας
.
εὐνουχίζω
.
εὐνούχισαν
.
εὐνουχίσθησαν
.
εὐνοῦχοι
.
εὐνοῦχος
.
εὐνοῶν
.
εὐξαίμην
.
Εὐοδία
.
Εὐοδίαν
.
εὐοδοῦσθαι
.
εὐοδοῦταί
.
εὐοδόω
.
εὐοδωθήσομαι
.
εὐοδῶται
.
εὐπάρεδρον
.
εὐπάρεδρος
.
εὐπειθής
.
εὐπερίσναστος
.
εὐπερίστατον
.
εὐπερίστατος
.
εὐποιΐα
.
εὐποιΐας
.
εὐπορεῖτό
.
εὐπορέω
.
εὐπορία
.
εὐπρέπεια
.
εὐπρόσδεκτος
.
εὐπροσδέκτους
.
εὐπρόσεδρον
.
εὐπρόσεδρος
.
εὐπροσωπέω
.
εὐπροσωπῆσαι
.
Εὐρακύλων
.
εὕραμεν
.
εὑράμενος
.
εὗραν
.
εὑρεθεὶς
.
εὑρεθείς
.
εὑρεθῇ
.
εὑρέθη
.
εὑρέθημεν
.
εὑρέθην
.
εὑρεθῆναι
.
εὑρέθησαν
.
εὑρεθήσεται
.
εὑρεθησόμεθα
.
εὑρεθῆτε
.
εὑρεθῶ
.
εὑρεθῶσιν
.
εὑρεῖν
.
εὗρεν
.
εὗρες
.
εὕρῃ
.
εὕρηκα
.
εὕρηκά
.
εὑρήκαμεν
.
εὑρηκέναι
.
εὕρῃς
.
εὑρήσει
.
εὑρήσεις
.
εὑρήσετε
.
εὑρήσετέ
.
εὑρήσῃς
.
εὑρήσομεν
.
εὑρήσουσιν
.
εὕρητε
.
εὑρίσκει
.
εὑρίσκετο
.
εὑρισκόμεθα
.
εὑρίσκομεν
.
εὑρίσκον
.
εὕρισκον
.
εὑρίσκοντες
.
εὑρίσκω
.
εὕροιεν
.
Εὐροκλύδων
.
εὕρομεν
.
εὗρον
.
εὗρόν
.
εὑρόντες
.
εὗροντες
.
εὑροῦσα
.
εὑροῦσαι
.
εὐρύχωρος
.
εὕρω
.
εὕρωμεν
.
εὑρὼν
.
εὑρών
.
εὕρωσιν
.