Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἔξελε-Ἐπαίνετος
ἔξελε
.
ἐξἐλέγξαι
.
ἐξελέγοντο
.
ἐξελέγχω
.
ἐξελεξάμην
.
ἐξελέξαντο
.
ἐξελέξασθε
.
ἐξελέξατο
.
ἐξελέξω
.
ἐξελέσθαι
.
ἐξελεύσεται
.
ἐξελεύσονται
.
ἐξελήλυθα
.
ἐξεληλύθασιν
.
ἐξεληλύθατε
.
ἐξεληλύθει
.
ἐξελήλυθεν
.
ἐξεληλυθός
.
ἐξεληλυθότας
.
ἐξεληλυθυῖαν
.
ἐξέληται
.
ἐξέλθατε
.
ἔξελθε
.
ἐξελθεῖν
.
ἐξέλθετε
.
ἐξέλθῃ
.
ἐξέλθῃς
.
ἐξέλθητε
.
ἐξελθόντα
.
ἐξελθόντες
.
ἐξελθόντι
.
ἐξελθόντος
.
ἐξελθόντων
.
ἐξελθοῦσα
.
ἐξελθοῦσαι
.
ἐξελθοῦσαν
.
ἐξελθούσῃ
.
ἐξελθὼν
.
ἐξελθών
.
ἐξελκόμενος
.
ἐξέλκω
.
ἐξέμαξεν
.
ἐξέμασσεν
.
ἐξεμυκτήριζον
.
ἐξενέγκαντες
.
ἐξενέγκατε
.
ἐξενεγκεῖν
.
ἐξένευσεν
.
ἐξένισεν
.
ἐξενοδόχησεν
.
ἐξεπείρασαν
.
ἐξέπεμψαν
.
ἐξέπεσαν
.
ἐξεπέσατε
.
ἐξέπεσεν
.
ἐξεπέσετε
.
ἐξέπεσον
.
ἐξεπέτασα
.
ἐξεπήδησαν
.
ἐξεπλάγησαν
.
ἐξέπλει
.
ἐξεπλεύσαμεν
.
ἐξεπλήσσετο
.
ἐξεπλήσσοντο
.
ἐξέπνευσεν
.
ἐξεπορεύετο
.
ἐξεπορεύοντο
.
ἐξεπτύσατε
.
ἐξέραμα
.
ἐξερευνάω
.
ἐξέρχεσθαι
.
ἐξέρχεσθε
.
ἐξέρχεται
.
ἐξέρχομαι
.
ἐξερχόμενοι
.
ἐξερχόμενος
.
ἐξερχομένων
.
ἐξέρχονται
.
ἐξερχώμεθα
.
ἐξεστακέναι
.
ἐξέστη
.
ἐξέστημεν
.
ἐξέστησαν
.
ἔξεστι
.
ἔξεστιν
.
ἔξεστίν
.
ἐξέστραπται
.
ἐξετάζω
.
ἐξετάσαι
.
ἐξετάσατε
.
ἕξετε
.
ἐξετείνατε
.
ἐξέτεινεν
.
ἐξετίθετο
.
ἐξετράπησαν
.
ἐξέφυγον
.
ἐξέχεαν
.
ἐξέχεεν
.
ἐξεχεῖτο
.
ἐξεχύθη
.
ἐξεχύθησαν
.
ἐξεχύννετο
.
ἐξέψυξεν
.
ἐξήγαγεν
.
ἐξήγγειλαν
.
ἐξήγειρά
.
ἐξηγεῖτο
.
ἐξηγέομαι
.
ἐξηγησάμενος
.
ἐξηγήσατο
.
ἐξηγόρασεν
.
ἐξηγουμένων
.
ἐξηγοῦντο
.
ἐξήεσαν
.
ἐξῄεσαν
.
ἑξήκοντα
.
ἐξῆλθαν
.
ἐξήλθατε
.
ἐξηλθεν
.
ἐξῆλθεν
.
ἐξῆλθες
.
ἐξήλθετε
.
ἐξήλθομεν
.
ἐξῆλθον
.
ἐξήνεγκεν
.
ἐξηπάτησεν
.
ἐξηπάτησέν
.
ἐξηραμμένην
.
ἐξήρανεν
.
ἐξηράνθη
.
ἐξήρανται
.
ἐξηραύνησαν
.
ἐξηρεύνησαν
.
ἐξηρτισμένος
.
ἐξήρχετο
.
ἐξήρχοντο
.
ἑξῆς
.
ἐξῃτήσατο
.
ἐξηχέω
.
ἐξήχηται
.
ἐξιέναι
.
ἕξιν
.
ἐξιόντων
.
ἕξις
.
ἐξίσταντο
.
ἐξιστάνων
.
ἐξίστασθαι
.
ἐξίστατο
.
ἐξίστημι
.
ἐξιστῶν
.
ἐξισχύσητε
.
ἐξισχύω
.
ἔξοδον
.
ἔξοδος
.
ἐξόδου
.
ἐξοίσουσίν
.
ἐξολεθρευθήσεται
.
ἐξολοθρευθήσεται
.
ἐξολοθρεύω
.
ἐξομολογεῖσθε
.
ἐξομολογέω
.
ἐξομολογήσεται
.
ἐξομολογήσηται
.
ἐξομολογήσομαι
.
ἐξομολογήσομαί
.
ἐξομολογοῦμαί
.
ἐξομολογούμενοι
.
ἐξὸν
.
ἐξορκίζω
.
ἐξορκιστής
.
ἐξορκιστῶν
.
ἐξορύξαντες
.
ἐξορύσσω
.
ἐξουδενηθῇ
.
ἐξουδενόω
.
ἐξουδενωθῇ
.
ἐξουδενώθη
.
ἐξουθενεῖς
.
ἐξουθενεῖτε
.
ἐξουθενείτω
.
ἐξουθενέω
.
ἐξουθενηθεὶς
.
ἐξουθενημένα
.
ἐξουθενημένος
.
ἐξουθενημένους
.
ἐξουθενήσας
.
ἐξουθενήσατε
.
ἐξουθενήσῃ
.
ἐξουθενοῦντας
.
ἐξουθενωθῇ
.
ἐξουσία
.
ἐξουσίᾳ
.
ἐξουσιάζει
.
ἐξουσιάζοντες
.
ἐξουσιάζω
.
ἐξουσίαι
.
ἐξουσίαις
.
ἐξουσίαν
.
ἐξουσίας
.
ἐξουσιασθήσομαι
.
ἕξουσιν
.
ἐξουσιῶν
.
ἐξοχή
.
ἐξοχὴν
.
ἐξυπνίζω
.
ἐξυπνίσω
.
ἔξυπνος
.
ἐξυρημένῃ
.
ἔξω
.
ἔξωθεν
.
ἐξωθέω
.
ἐξωμολόγησεν
.
ἐξῶσαι
.
ἐξῶσεν
.
ἐξώτερον
.
ἐξώτερος
.
ἔοικεν
.
ἑόρακα
.
ἑόρακαν
.
ἑόρακεν
.
ἑορτάζω
.
ἑορτάζωμεν
.
ἑορτὴ
.
ἑορτῇ
.
ἑορτὴν
.
ἑορτήν
.
ἑορτῆς
.
ἐπ
.
ἐπαγαγεῖν
.
ἐπαγγειλάμενον
.
ἐπαγγειλάμενος
.
ἐπαγγελία
.
ἐπαγγελίᾳ
.
ἐπαγγελίαι
.
ἐπαγγελίαις
.
ἐπαγγελίαν
.
ἐπαγγελίας
.
ἐπαγγελιῶν
.
ἐπαγγέλλομαι
.
ἐπαγγελλομέναις
.
ἐπαγγελλόμενοι
.
ἐπαγγέλλω
.
ἐπάγγελμα
.
ἐπαγγέλματα
.
ἐπάγοντες
.
ἐπάγω
.
ἐπαγωνίζεσθαι
.
ἐπαγωνίζομαι
.
ἔπαθεν
.
ἐπάθετε
.
ἔπαθον
.
ἐπαθροιζομένων
.
ἐπαθροίζω
.
ἐπαιδεύθη
.
ἐπαίδευον
.
ἐπαινέσατε
.
ἐπαινεσάτωσαν
.
ἐπαινέσω
.
Ἐπαινετὸν
.
Ἐπαίνετον
.
Ἐπαίνετος
.