Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἔθη-εἴξαμεν
ἔθη
.
ἔθηκα
.
ἔθηκαν
.
ἔθηκας
.
ἔθηκεν
.
ἐθήλασαν
.
ἔθήλασαν
.
ἐθήλασας
.
ἐθηριομάχησα
.
ἐθησαυρίσατε
.
ἐθίζω
.
ἐθνάρχης
.
ἔθνει
.
ἔθνεσι
.
ἔθνεσιν
.
ἔθνη
.
ἐθνικοὶ
.
ἐθνικοί
.
ἐθνικὸς
.
ἐθνικῶν
.
ἐθνικῶς
.
ἔθνος
.
ἔθνους
.
ἐθνῶν
.
ἐθορύβουν
.
ἔθος
.
ἔθου
.
ἐθρέψαμεν
.
ἔθρεψαν
.
ἐθρέψατε
.
ἐθρηνήσαμεν
.
ἐθρήνουν
.
ἐθυμώθη
.
ἔθυον
.
ἔθυσας
.
ἔθυσεν
.
ἔθω
.
ἐθῶν
.
εἰ
.
εἴ
.
εἶ
.
εἰ_δὲ_μή
.
εἰ_δὲ_μήγε
.
εἰ_καί
.
εἰ_μή
.
εἰ_μή_τι
.
εἰ_μήτι
.
εἴ_πως
.
εἴ_τις
.
εἴα
.
εἴασαν
.
εἴασεν
.
εἴγε
.
εἶδα
.
εἴδαμεν
.
εἶδαν
.
εἶδε
.
εἰδέα
.
εἴδει
.
εἶδεν
.
εἰδέναι
.
εἶδες
.
εἶδές
.
εἴδετε
.
εἴδῃ
.
εἰδῇς
.
εἰδήσουσίν
.
εἰδῆτε
.
εἴδομεν
.
εἴδομέν
.
εἴδον
.
εἶδον
.
εἶδόν
.
εἶδος
.
εἰδόσι
.
εἰδόσιν
.
εἰδότα
.
εἰδότας
.
εἰδότες
.
εἰδότι
.
εἴδους
.
εἰδυῖα
.
εἰδῶ
.
εἴδω
.
εἴδωλα
.
εἰδωλεῖον
.
εἰδωλείῳ
.
εἰδωλίῳ
.
εἰδωλόθυτα
.
εἰδωλόθυτον
.
εἰδωλόθυτόν
.
εἰδωλόθυτος
.
εἰδωλοθύτων
.
εἰδωλολάτραι
.
εἰδωλολάτραις
.
εἰδωλολατρεία
.
εἰδωλολατρείαις
.
εἰδωλολατρείας
.
εἰδωλολάτρης
.
εἰδωλολατρία
.
εἰδωλολατρίαις
.
εἰδωλολατρίας
.
εἴδωλον
.
εἴδωλόν
.
εἰδώλου
.
εἰδώλῳ
.
εἰδώλων
.
εἰδῶμεν
.
εἰδὼς
.
εἰδώς
.
εἱερον
.
εἴη
.
εἴην
.
εἴης
.
εἰθισμένον
.
ἔικα
.
εἰκῆ
.
εἰκῇ
.
εἰκόνα
.
εἰκόνι
.
εἰκόνος
.
εἴκοσι
.
εἴκοσιν
.
εἰκοσιπέντε
.
εἰκοσιτέσσαρες
.
εἴκοσιτέσσαρες
.
εἰκοσιτρεῖς
.
εἴκω
.
εἰκὼν
.
εἵλατο
.
εἵλετο
.
ειλημμένην
.
εἴληφα
.
εἴληφας
.
εἴληφεν
.
εἰληφως
.
εἰληφὼς
.
εἰληφώς
.
εἰλικρινείᾳ
.
εἰλικρίνεια
.
εἰλικρινείας
.
εἰλικρινεῖς
.
εἰλικρινῆ
.
εἰλικρινής
.
εἰλικρινίᾳ
.
εἰλικρινίας
.
εἱλισσόμενον
.
εἱλίσσω
.
εἷλκον
.
εἵλκυσαν
.
εἵλκυσεν
.
εἱλκωμένος
.
εἰμι
.
εἰμὶ
.
εἰμί
.
εἶμι
.
ἐιμι
.
εἰναι
.
εἶναι
.
εἶναί
.
εἵνεκεν
.
εἴξαμεν
.