Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἔα-ἐγὼ
ἔα
.
ἐὰν
.
ἐάν
.
ἐὰν_μή
.
ἐάνπερ
.
ἐᾷς
.
ἐάσαντες
.
ἐάσατε
.
ἐάσει
.
ἐᾶτε
.
ἑαυτὰ
.
ἑαυταῖς
.
ἑαυτὰς
.
ἑαυτάς
.
ἑαυτῇ
.
ἑαυτὴν
.
ἑαυτήν
.
ἑαυτῆς
.
ἑαυτὸ
.
ἑαυτοῖς
.
εαυτόν
.
ἐαυτὸν
.
ἑαυτὸν
.
ἑαυτόν
.
ἑαυτοῦ
.
εαὐτοὺς
.
ἑαυτοὺς
.
ἑαυτούς
.
ἑαυτῷ
.
ἑαὐτῷ
.
ἑαυτῶν
.
ἐάω
.
ἐβάθυνεν
.
ἔβαλαν
.
ἔβαλεν
.
ἔβαλλον
.
ἔβαλον
.
ἐβάπτιζεν
.
ἐβαπτίζοντο
.
ἐβάπτισα
.
ἐβαπτίσαντο
.
ἐβάπτισεν
.
ἐβαπτίσθη
.
ἐβαπτίσθημεν
.
ἐβαπτίσθησαν
.
ἐβαπτίσθητε
.
ἐβαρήθημεν
.
ἐβασάνιζεν
.
ἐβασάνισαν
.
ἐβασίλευσαν
.
ἐβασίλευσας
.
ἐβασιλεύσατε
.
ἐβασίλευσεν
.
ἐβάσκανεν
.
ἐβάσταζεν
.
ἐβαστάζετο
.
ἐβάστασαν
.
ἐβάστασας
.
ἐβάστασεν
.
ἐβδελυγμένοις
.
ἑβδόμῃ
.
ἑβδομήκοντα
.
ἑβδομήκονταέξ
.
ἑβδομηκοντάκις
.
ἑβδόμην
.
ἑβδόμης
.
ἕβδομος
.
ἑβδόμου
.
ἐβεβαιώθη
.
ἐβέβλητο
.
Ἑβέρ
.
Ἕβερ
.
ἐβλάστησεν
.
ἐβλασφήμει
.
ἐβλασφήμησαν
.
ἐβλασφήμησεν
.
ἐβλασφήμουν
.
ἔβλεπεν
.
ἔβλεπον
.
ἔβλεψα
.
ἐβλήθη
.
ἐβλήθησαν
.
ἐβοήθησά
.
ἐβοήθησεν
.
ἐβόησεν
.
ἐβούλετο
.
ἐβουλεύοντο
.
ἐβουλεύσαντο
.
ἐβουλεύσατο
.
ἐβούλεύσατο
.
ἐβουλήθη
.
ἐβουλήθην
.
ἐβουλόμην
.
ἐβούλοντο
.
ἐβόων
.
Ἑβραΐδι
.
Ἑβραϊκοῖς
.
Ἑβραϊκός
.
Ἑβραῖοί
.
Ἑβραῖος
.
Εβραίους
.
Ἑβραίους
.
Ἑβραΐς
.
Ἑβραϊστὶ
.
Ἑβραϊστί
.
Ἑβραίων
.
ἔβρεξεν
.
ἔβρεξέν
.
ἔβρυχον
.
ἐγάμησεν
.
ἐγαμίζοντο
.
ἐγάμουν
.
ἐγγεγραμμένη
.
ἐγγέγραπται
.
ἐγγιεῖ
.
ἐγγίζει
.
ἐγγίζειν
.
ἐγγίζομεν
.
ἐγγίζοντες
.
ἐγγίζοντι
.
ἐγγίζοντος
.
ἐγγιζόντων
.
ἐγγίζουσαν
.
ἐγγίζουσιν
.
ἐγγίζω
.
ἐγγίσαι
.
ἐγγίσαντος
.
ἐγγίσας
.
ἐγγίσατε
.
ἐγγίσει
.
ἐγγράφω
.
ἔγγυος
.
ἐγγὺς
.
ἐγγύς
.
ἐγγύτερον
.
ἐγεγόνει
.
ἐγεῖραι
.
ἔγειραι
.
ἐγείραντα
.
ἐγείραντος
.
ἐγείρας
.
ἔγειρε
.
ἐγείρει
.
ἐγείρειν
.
ἐγείρεσθε
.
ἐγείρεται
.
ἐγείρετε
.
ἐγείρηται
.
ἐγείρομαι
.
ἐγείρονται
.
ἐγείροντι
.
ἐγείρου
.
ἔγειρου
.
ἐγείρουσιν
.
ἐγείρω
.
ἐγέμισαν
.
ἐγέμισεν
.
ἐγεμίσθη
.
ἐγένεσθε
.
ἐγενέτο
.
ἐγένετο
.
ἐγενήθη
.
ἐγενήθημεν
.
ἐγενήθην
.
ἐγενήθησαν
.
ἐγενήθησάν
.
ἐγενήθητε
.
ἐγεννήθη
.
ἐγεννήθημεν
.
ἐγεννήθης
.
ἐγεννήθησαν
.
ἐγέννησα
.
ἐγέννησαν
.
ἐγέννησεν
.
ἐγενόμην
.
ἐγένοντο
.
ἐγένου
.
ἐγερεῖ
.
ἐγερεῖς
.
ἐγερθεὶς
.
ἐγερθείς
.
ἐγερθέντι
.
ἐγερθῇ
.
ἐγερθῆναι
.
ἐγερθῆναί
.
ἐγερθήσεται
.
ἐγερθήσονται
.
ἐγέρθητε
.
ἐγέρθητι
.
ἔγερσιν
.
ἔγερσις
.
ἐγερῶ
.
ἐγεύσασθε
.
ἐγεύσατο
.
ἐγηγερμένον
.
ἐγηγέρται
.
ἐγήγερται
.
ἔγημα
.
ἐγίνετο
.
ἐγίνωσκεν
.
ἐγίνωσκον
.
ἐγκάθετος
.
ἐγκαθέτους
.
Ἐγκαίνια
.
ἐγκαινίζω
.
ἐγκακεῖν
.
ἐγκακήσητε
.
ἐγκακοῦμεν
.
ἐγκακῶμεν
.
ἐγκαλεῖσθαι
.
ἐγκαλείτωσαν
.
ἐγκαλέσει
.
ἐγκαλέω
.
ἐγκαλοῦμαι
.
ἐγκαλούμενον
.
ἐγκαταλειπόμενοι
.
ἐγκαταλείποντες
.
ἐγκαταλείπω
.
ἐγκαταλείψεις
.
ἐγκατάλιπον
.
ἐγκαταλίπω
.
ἐγκατέλειπεν
.
ἐγκατέλειπον
.
ἐγκατελείφθη
.
ἐγκατέλιπεν
.
ἐγκατέλιπες
.
ἐγκατέλιπές
.
ἐγκατέλιπον
.
ἐγκατοικέω
.
ἐγκατοικῶν
.
εγκαυχαομαι
.
ἐγκαυχᾶσθαι
.
ἐγκεκαίνισται
.
ἐγκεντρίζω
.
ἐγκεντρίσαι
.
ἐγκεντρισθήσονται
.
ἐγκεντρισθῶ
.
ἔγκλημα
.
ἐγκλήματος
.
ἐγκομβόομαι
.
ἐγκομβώσασθε
.
ἐγκοπή
.
ἐγκοπὴν
.
ἐγκοπήν
.
ἐγκόπτεσθαι
.
ἐγκόπτω
.
ἐγκρατείᾳ
.
ἐγκράτεια
.
ἐγκράτειαν
.
ἐγκρατείας
.
ἐγκρατεύεται
.
ἐγκρατεύομαι
.
ἐγκρατεύονται
.
ἐγκρατῆ
.
ἐγκρατής
.
ἐγκρῖναι
.
ἐγκρίνω
.
ἐγκρύπτω
.
ἔγκυος
.
ἐγκύῳ
.
ἔγνω
.
ἔγνωκα
.
ἐγνώκαμεν
.
ἔγνωκαν
.
ἔγνωκάς
.
ἐγνώκατε
.
ἐγνώκατέ
.
ἐγνώκειτε
.
ἐγνώκειτέ
.
ἔγνωκεν
.
ἐγνωκέναι
.
ἐγνωκότες
.
ἔγνων
.
ἐγνώρισα
.
ἐγνωρίσαμεν
.
ἐγνώρισαν
.
ἐγνώρισάς
.
ἐγνώρισεν
.
ἐγνώρισέν
.
ἐγνωρίσθη
.
ἔγνως
.
ἔγνωσαν
.
ἐγνώσθη
.
ἔγνωσται
.
ἐγόγγυζον
.
ἐγόγγυσαν
.
ἔγραφεν
.
ἐγράφη
.
ἔγραψα
.
ἔγραψά
.
ἔγραψαν
.
ἐγράψατε
.
ἐγράψατέ
.
ἔγραψεν
.
ἐγρηγόρησεν
.
ἐγχρῖσαι
.
ἔγχρισαι
.
ἐγχρίσῃ
.
ἐγχρῖση
.
ἐγχρῖσον
.
ἔγχρισον
.
ἐγχρίω
.
ἐγὼ
.
ἐγώ
.