Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἐπαινέω-ἐπέφωσκεν
ἐπαινέω
.
ἔπαινον
.
ἔπαινος
.
ἐπαινῶ
.
ἐπαινῶν
.
ἐπαίρεται
.
ἐπαιρόμενον
.
ἐπαίροντας
.
ἐπαίρω
.
ἔπαισεν
.
ἐπαισχύνεσθε
.
ἐπαισχύνεται
.
ἐπαισχυνθῇ
.
ἐπαισχύνθη
.
ἐπαισχυνθῇς
.
ἐπαισχυνθήσεται
.
ἐπαισχύνομαι
.
ἐπαιτεῖν
.
ἐπαιτέω
.
ἐπαιτῶν
.
ἐπακολουθέω
.
ἐπακολουθήσητε
.
ἐπακολουθούντων
.
ἐπακολουθοῦσιν
.
ἐπακούω
.
ἐπακροάομαι
.
ἐπὰν
.
ἐπανάγαγε
.
ἐπαναγαγεῖν
.
ἐπαναγαγὼν
.
ἐπάναγκες
.
ἐπανάγω
.
ἐπανάγων
.
ἐπαναμιμνήσκω
.
ἐπαναμιμνῄσκω
.
ἐπαναμιμνήσκων
.
ἐπαναμιμνῄσκων
.
ἐπαναπαήσεται
.
ἐπαναπαύῃ
.
ἐπαναπαύομαι
.
ἐπαναπαύσεται
.
ἐπαναστήσονται
.
ἐπανελθεῖν
.
ἐπανέρχεσθαί
.
ἐπανέρχομαι
.
ἐπανίσταμαι
.
ἐπανόρθωσιν
.
ἐπανόρθωσις
.
ἐπάνω
.
ἐπάξας
.
ἐπᾶραι
.
ἐπάραντες
.
ἐπάρας
.
ἐπάρασά
.
ἐπάρατε
.
ἐπάρατοί
.
ἐπάρατος
.
ἐπαρκείσθω
.
ἐπαρκείτω
.
ἐπαρκέσῃ
.
ἐπαρκέω
.
ἐπαρρησιάζετο
.
ἐπαῤῥησιάζετο
.
ἐπαρρησιασάμεθα
.
ἐπαῤῥησιασάμεθα
.
ἐπαρρησιάσατο
.
ἐπαῤῥησιάσατο
.
ἐπαρχεία
.
ἐπαρχείᾳ
.
ἐπαρχείας
.
ἐπαρχία
.
ἐπαρχίᾳ
.
ἐπαρχίας
.
ἐπάταξεν
.
ἐπατήθη
.
ἔπαυλις
.
ἐπαύοντο
.
ἐπαύριον
.
ἐπαυσάμην
.
ἐπαύσαντο
.
ἐπαύσατο
.
ἐπαυτοφώρῳ
.
Ἐπαφρᾶ
.
Ἐπαφρᾶς
.
ἐπαφρίζοντα
.
ἐπαφρίζω
.
Ἐπαφρόδιτον
.
Ἐπαφρόδιτος
.
Ἐπαφροδίτου
.
ἐπαχύνθη
.
ἐπέβαλαν
.
ἐπέβαλεν
.
ἐπέβαλλεν
.
ἐπέβαλον
.
ἐπέβημεν
.
ἐπέβην
.
ἐπεβίβασαν
.
ἐπέβλεψεν
.
ἐπεγέγραπτο
.
ἐπεγείρω
.
ἐπεγίνωσκον
.
ἐπεγίνωσκόν
.
ἐπεγνωκέναι
.
ἐπεγνωκόσι
.
ἐπεγνωκόσιν
.
ἐπέγνωμεν
.
ἐπέγνωσαν
.
ἐπεγνώσθην
.
ἐπέγνωτε
.
ἐπέδειξεν
.
ἐπεδίδου
.
ἐπεδόθη
.
ἐπέδωκαν
.
ἐπεζήτησεν
.
ἐπεζήτουν
.
ἐπέθεντο
.
ἐπέθηκαν
.
ἐπέθηκεν
.
ἐπέθηκέν
.
ἐπεθύμει
.
ἐπεθύμησα
.
ἐπεθύμησαν
.
ἐπει
.
ἐπεὶ
.
ἐπεῖδεν
.
ἐπειδὴ
.
ἐπειδή
.
ἐπειδήπερ
.
ἐπεῖδον
.
ἔπειθέν
.
ἐπείθετο
.
ἔπειθον
.
ἐπείθοντο
.
ἔπειμι
.
ἐπείνασα
.
ἐπείνασαν
.
ἐπείνασεν
.
ἐπείπερ
.
ἐπείραζεν
.
ἐπείραζον
.
ἐπείρασαν
.
ἐπείρασάν
.
ἐπείρασας
.
ἐπείρασεν
.
ἐπειράσθησαν
.
ἐπειράσω
.
ἐπειρᾶτο
.
ἐπείρᾶτο
.
ἐπειρῶντο
.
ἐπεισαγωγὴ
.
ἔπεισαν
.
ἐπεισελεύσεται
.
ἐπεισέρχομαι
.
ἐπείσθησαν
.
ἔπειτα
.
ἐπεῖχεν
.
ἐπεκάθισαν
.
ἐπεκάθισεν
.
ἐπεκάλεσαν
.
ἐπεκαλύφθησαν
.
ἐπέκειλαν
.
ἐπέκεινα
.
ἐπέκειντο
.
ἐπέκειτο
.
ἐπεκέκλητο
.
ἐπεκλήθη
.
ἐπέκρινεν
.
ἐπεκτείνομαι
.
ἐπεκτεινόμενος
.
ἐπελάβετο
.
ἐπελάθετο
.
ἐπελάθοντο
.
ἐπέλειχον
.
ἐπελεύσεται
.
ἐπέλθῃ
.
ἐπελθόντος
.
ἐπελθὼν
.
ἐπέλυεν
.
ἐπέμεινα
.
ἐπεμείναμεν
.
ἐπεμελήθη
.
ἐπέμενεν
.
ἐπέμενον
.
ἐπέμφθη
.
ἔπεμψα
.
ἐπέμψαμεν
.
ἐπέμψατε
.
ἔπεμψεν
.
ἐπενδύομαι
.
ἐπενδύσασθαι
.
ἐπενδύτην
.
ἐπενδύτης
.
ἐπενεγκεῖν
.
ἐπένευσεν
.
ἐπενθήσατε
.
ἐπέπεσαν
.
ἐπέπεσε
.
ἐπέπεσεν
.
ἐπέπεσον
.
ἐπεποίθει
.
ἐπερίσσευον
.
ἐπερίσσευσαν
.
ἐπερίσσευσεν
.
ἐπέρχομαι
.
ἐπερχομέναις
.
ἐπερχομένοις
.
ἐπερχομένων
.
ἐπερωτᾶν
.
ἐπερωτᾷν
.
ἐπερωτᾷς
.
ἐπερωτάτωσαν
.
ἐπερωτάω
.
ἐπερωτηθεὶς
.
ἐπερώτημα
.
ἐπερωτῆσαι
.
ἐπερωτήσας
.
ἐπερωτήσατε
.
ἐπερώτησον
.
ἐπερωτήσω
.
ἐπερωτῶ
.
ἐπερωτῶντα
.
ἐπερωτῶσιν
.
ἔπεσα
.
ἔπεσά
.
ἔπεσαν
.
ἔπεσεν
.
ἐπεσκέψασθέ
.
ἐπεσκέψατο
.
ἐπεσκίαζεν
.
ἐπεσκίασεν
.
ἔπεσον
.
ἔπεσόν
.
ἐπέσπειρεν
.
ἐπέστειλα
.
ἐπεστείλαμεν
.
ἐπέστη
.
ἐπεστήριξαν
.
ἐπέστησαν
.
ἐπεστράφητε
.
ἐπέστρεψα
.
ἐπέστρεψαν
.
ἐπεστρέψατε
.
ἐπέστρεψεν
.
ἐπέσχεν
.
ἐπέταξας
.
ἐπέταξεν
.
ἐπετίθεσαν
.
ἐπετίθουν
.
ἐπετίμα
.
ἐπετίμησαν
.
ἐπετίμησεν
.
ἐπετίμων
.
ἐπετράπη
.
ἐπέτρεψεν
.
ἐπέτυχεν
.
ἐπέτυχον
.
ἐπεφάνη
.
ἐπέφερον
.
ἐπεφώνει
.
ἐπεφώνουν
.
ἐπέφωσκεν
.