ἐνετειλάμην . ἐνετείλατο . ἐνετείλατό . ἐνετρεπόμεθα . ἐνετύλιξεν . ἐνέτυχέν . ἐνέτυχόν . ἐνευλογέω . ἐνευλογηθήσονται . ἐνεφάνισαν . ἐνεφάνισάν . ἐνεφάνισας . ἐνεφανίσθησαν . ἐνεφύσησεν . ἐνέχειν . ἐνέχεσθε . ἐνεχθεῖσαν . ἐνεχθείσης . ἐνεχθῆναι . ἐνέχω . ἐνηργεῖτο . ἐνήργηκεν . ἐνήργησεν . ἐνθάδε . ἔνθεν . ἐνθυμεῖσθε . ἐνθυμέομαι . ἐνθυμηθέντος . ἐνθυμήσεις . ἐνθυμήσεων . ἐνθυμήσεως . ἐνθύμησις . ἐνθυμουμένου . ἑνὶ . ἑνί . ἔνι . ἐνιαυτὸν . ἐνιαυτόν . ἐνιαυτός . ἐνιαυτοῦ . ἐνιαυτοὺς . ἐνιαυτούς . ἐνίκησα . ἐνίκησαν . ἐνίκησεν . ἐνίστημι . ἐνισχύθη . ἐνίσχυσεν . ἐνισχύω . ἐνισχύων . ἔνιψα . ἐνιψάμην . ἐνίψατο . ἔνιψεν . ἐνκαθέτους . Ἐνκαίνια . ἐνκακεῖν . ἐνκακῶμεν . ἐνκαταλείψεις . ἐνκατελείφθη . ἐνκατέλιπεν . ἐνκατοικῶν . ἐνκαυχᾶσθαι . ἐνκεκαίνισται . ἐνκεντρίσαι . ἐνκεντρισθήσονται . ἐνκοπὴν . ἐνκόπτεσθαι . ἐνκόπτω . ἐννάτῃ . ἐννάτην . ἐννάτης . ἔννατος . ἐννέα . ἐννενηκονταεννέα . ἐννενήκονταεννέα . ἐννεοί . ἐννεός . ἐννεύω . ἔννοια . ἔννοιαν . ἐννοιῶν . ἔννομος . ἐννόμῳ . ἔννυχα . ἔννυχον . ἐνοικείτω . ἐνοικέω . ἐνοικήσω . ἐνοικοῦν . ἐνοικοῦντος . ἐνοικοῦσα . ἐνόμιζεν . ἐνομίζετο . ἐνομίζομεν . ἐνόμιζον . ἐνόμισαν . ἐνόμισας . ἐνόντα . ἐνορκίζω . ἑνὸς . ἑνός . ἐνοσφίσατο . ἑνότης . ἑνότητα . ἐνοχλέω . ἐνοχλῇ . ἐνοχλούμενοι . ἔνοχοι . ἔνοχον . ἔνοχος . ἔνοχός . ἐνπεριπατήσω . ἔνπροσθεν . ἐνστήσονται . ἔνταλμα . ἐντάλματα . ἐνταφιάζειν . ἐνταφιάζω . ἐνταφιάσαι . ἐνταφιασμόν . ἐνταφιασμός . ἐνταφιασμοῦ . ἐντειλάμενος . ἐντελεῖται . ἐντέλλομαι . ἐντέλλω . ἐντέταλται . ἐντετυλιγμένον . ἐντετυπωμένη . ἐντεῦθεν . ἔντεῦθεν . ἐντεύξεις . ἐντεύξεως . ἔντευξις . ἔντιμον . ἔντιμος . ἐντιμότερός . ἐντίμους . ἐντολαὶ . ἐντολαί . ἐντολαῖς . ἐντολὰς . ἐντολάς . ἐντολὴ . ἐντολή . ἐντολὴν . ἐντολήν . ἐντολῆς . ἐντολῶν . ἐντόπιοι . ἐντόπιος . ἐντὸς . ἐντραπῇ . ἐντραπήσονται . ἐντρέπομαι . ἐντρεπόμενος . ἐντρέπω . ἐντρέπων . ἐντρεφόμενος . ἐντρέφω . ἔντρομος . ἐντροπή . ἐντροπὴν . ἐντρυφάω . ἐντρυφῶντες . ἐντυγχάνει . ἐντυγχάνειν . ἐντυγχάνω . ἐντυλίσσω . ἐντυπόω . ἐνυβρίζω . ἐνυβρίσας . ἔνυξεν . ἐνυπνία . ἐνύπνια . ἐνυπνιάζομαι . ἐνυπνιαζόμενοι . ἐνυπνιασθήσονται . ἐνυπνίοις . ἐνύπνιον . ἐνύσταξαν . ἐνῴκησεν . ἐνώπιον . ἐνώπιόν . Ἐνὼς . Ἐνώς . ἐνωτίζομαι . ἐνωτίσασθε . Ἐνὼχ . Ἐνώχ . Ἑνὼχ . ἐξ . ἓξ . ἕξ . ἐξαγαγεῖν . ἐξαγαγέτωσαν . ἐξαγαγόντες . ἐξαγαγὼν . ἐξαγαγών . ἐξαγγείλητε . ἐξαγγέλλω . ἐξάγει . ἐξαγοραζόμενοι . ἐξαγοράζω . ἐξαγοράσῃ . ἐξάγουσιν . ἐξάγω . ἐξαιρέω . ἐξαιρούμενός . ἐξαίρω . ἐξαιτέομαι . ἐξαιτέω . ἐξαίφνης . ἐξακολουθέω . ἐξακολουθήσαντες . ἐξακολουθήσουσιν . ἑξακοσία . ἑξακόσια . ἑξακόσιοι . ἑξακοσίων . ἐξαλειφθῆναι . ἐξαλείφω . ἐξαλείψας . ἐξαλείψει . ἐξαλείψω . ἐξάλλομαι . ἐξαλλόμενος . ἐξανάστασιν . ἐξανάστασις . ἐξαναστήσῃ . ἐξανατέλλω . ἐξανέστησαν . ἐξανέτειλεν . ἐξανίστημι . ἐξαπατάτω . ἐξαπατάω . ἐξαπατηθεῖσα . ἐξαπατήσῃ . ἐξαπατῶσι . ἐξαπατῶσιν . ἐξαπεστάλη . ἐξαπέστειλαν . ἐξαπέστειλεν . ἐξάπινα . ἐξαπορέομαι . ἐξαπορέω . ἐξαπορηθῆναι . ἐξαπορούμενοι . ἐξαποστέλλω . ἐξαποστελῶ . ἐξάρατε . ἐξαρεῖτε . ἐξαρθῇ . ἐξαρτίζω . ἐξαρτίσαι . ἐξαστράπτω . ἐξαστράπτων . ἐξαυτῆς . ἐξαὐτῆς . ἐξέβαλεν . ἐξέβαλλον . ἐξεβάλομεν . ἐξέβαλον . ἐξέβησαν . ἐξεβλήθη . ἐξεγαμίζοντο . ἐξεγείρω . ἐξεγερεῖ . ἐξέδετο . ἐξεδέχετο . ἐξεδίκησεν . ἐξέδοτο . ἐξέδυσαν . ἐξεζήτησαν . ἐξεθαμβήθη . ἐξεθαμβήθησαν . ἐξεθαύμαζον . ἐξέθεντο . ἕξει . ἐξειλάμην . ἐξείλατο . ἐξείλατό . ἐξείλετο . ἐξείλετό . ἐξειλόμην . ἔξειμι . ἕξεις . ἐξεκαύθησαν . ἐξεκέντησαν . ἐξεκλάσθησαν . ἐξεκλείσθη . ἐξέκλιναν . ἐξεκομίζετο . ἐξεκόπης . ἐξεκρέματο . ἐξεκρέμετο