Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἐνετειλάμην-ἐξεκρέμετο
ἐνετειλάμην
.
ἐνετείλατο
.
ἐνετείλατό
.
ἐνετρεπόμεθα
.
ἐνετύλιξεν
.
ἐνέτυχέν
.
ἐνέτυχόν
.
ἐνευλογέω
.
ἐνευλογηθήσονται
.
ἐνεφάνισαν
.
ἐνεφάνισάν
.
ἐνεφάνισας
.
ἐνεφανίσθησαν
.
ἐνεφύσησεν
.
ἐνέχειν
.
ἐνέχεσθε
.
ἐνεχθεῖσαν
.
ἐνεχθείσης
.
ἐνεχθῆναι
.
ἐνέχω
.
ἐνηργεῖτο
.
ἐνήργηκεν
.
ἐνήργησεν
.
ἐνθάδε
.
ἔνθεν
.
ἐνθυμεῖσθε
.
ἐνθυμέομαι
.
ἐνθυμηθέντος
.
ἐνθυμήσεις
.
ἐνθυμήσεων
.
ἐνθυμήσεως
.
ἐνθύμησις
.
ἐνθυμουμένου
.
ἑνὶ
.
ἑνί
.
ἔνι
.
ἐνιαυτὸν
.
ἐνιαυτόν
.
ἐνιαυτός
.
ἐνιαυτοῦ
.
ἐνιαυτοὺς
.
ἐνιαυτούς
.
ἐνίκησα
.
ἐνίκησαν
.
ἐνίκησεν
.
ἐνίστημι
.
ἐνισχύθη
.
ἐνίσχυσεν
.
ἐνισχύω
.
ἐνισχύων
.
ἔνιψα
.
ἐνιψάμην
.
ἐνίψατο
.
ἔνιψεν
.
ἐνκαθέτους
.
Ἐνκαίνια
.
ἐνκακεῖν
.
ἐνκακῶμεν
.
ἐνκαταλείψεις
.
ἐνκατελείφθη
.
ἐνκατέλιπεν
.
ἐνκατοικῶν
.
ἐνκαυχᾶσθαι
.
ἐνκεκαίνισται
.
ἐνκεντρίσαι
.
ἐνκεντρισθήσονται
.
ἐνκοπὴν
.
ἐνκόπτεσθαι
.
ἐνκόπτω
.
ἐννάτῃ
.
ἐννάτην
.
ἐννάτης
.
ἔννατος
.
ἐννέα
.
ἐννενηκονταεννέα
.
ἐννενήκονταεννέα
.
ἐννεοί
.
ἐννεός
.
ἐννεύω
.
ἔννοια
.
ἔννοιαν
.
ἐννοιῶν
.
ἔννομος
.
ἐννόμῳ
.
ἔννυχα
.
ἔννυχον
.
ἐνοικείτω
.
ἐνοικέω
.
ἐνοικήσω
.
ἐνοικοῦν
.
ἐνοικοῦντος
.
ἐνοικοῦσα
.
ἐνόμιζεν
.
ἐνομίζετο
.
ἐνομίζομεν
.
ἐνόμιζον
.
ἐνόμισαν
.
ἐνόμισας
.
ἐνόντα
.
ἐνορκίζω
.
ἑνὸς
.
ἑνός
.
ἐνοσφίσατο
.
ἑνότης
.
ἑνότητα
.
ἐνοχλέω
.
ἐνοχλῇ
.
ἐνοχλούμενοι
.
ἔνοχοι
.
ἔνοχον
.
ἔνοχος
.
ἔνοχός
.
ἐνπεριπατήσω
.
ἔνπροσθεν
.
ἐνστήσονται
.
ἔνταλμα
.
ἐντάλματα
.
ἐνταφιάζειν
.
ἐνταφιάζω
.
ἐνταφιάσαι
.
ἐνταφιασμόν
.
ἐνταφιασμός
.
ἐνταφιασμοῦ
.
ἐντειλάμενος
.
ἐντελεῖται
.
ἐντέλλομαι
.
ἐντέλλω
.
ἐντέταλται
.
ἐντετυλιγμένον
.
ἐντετυπωμένη
.
ἐντεῦθεν
.
ἔντεῦθεν
.
ἐντεύξεις
.
ἐντεύξεως
.
ἔντευξις
.
ἔντιμον
.
ἔντιμος
.
ἐντιμότερός
.
ἐντίμους
.
ἐντολαὶ
.
ἐντολαί
.
ἐντολαῖς
.
ἐντολὰς
.
ἐντολάς
.
ἐντολὴ
.
ἐντολή
.
ἐντολὴν
.
ἐντολήν
.
ἐντολῆς
.
ἐντολῶν
.
ἐντόπιοι
.
ἐντόπιος
.
ἐντὸς
.
ἐντραπῇ
.
ἐντραπήσονται
.
ἐντρέπομαι
.
ἐντρεπόμενος
.
ἐντρέπω
.
ἐντρέπων
.
ἐντρεφόμενος
.
ἐντρέφω
.
ἔντρομος
.
ἐντροπή
.
ἐντροπὴν
.
ἐντρυφάω
.
ἐντρυφῶντες
.
ἐντυγχάνει
.
ἐντυγχάνειν
.
ἐντυγχάνω
.
ἐντυλίσσω
.
ἐντυπόω
.
ἐνυβρίζω
.
ἐνυβρίσας
.
ἔνυξεν
.
ἐνυπνία
.
ἐνύπνια
.
ἐνυπνιάζομαι
.
ἐνυπνιαζόμενοι
.
ἐνυπνιασθήσονται
.
ἐνυπνίοις
.
ἐνύπνιον
.
ἐνύσταξαν
.
ἐνῴκησεν
.
ἐνώπιον
.
ἐνώπιόν
.
Ἐνὼς
.
Ἐνώς
.
ἐνωτίζομαι
.
ἐνωτίσασθε
.
Ἐνὼχ
.
Ἐνώχ
.
Ἑνὼχ
.
ἐξ
.
ἓξ
.
ἕξ
.
ἐξαγαγεῖν
.
ἐξαγαγέτωσαν
.
ἐξαγαγόντες
.
ἐξαγαγὼν
.
ἐξαγαγών
.
ἐξαγγείλητε
.
ἐξαγγέλλω
.
ἐξάγει
.
ἐξαγοραζόμενοι
.
ἐξαγοράζω
.
ἐξαγοράσῃ
.
ἐξάγουσιν
.
ἐξάγω
.
ἐξαιρέω
.
ἐξαιρούμενός
.
ἐξαίρω
.
ἐξαιτέομαι
.
ἐξαιτέω
.
ἐξαίφνης
.
ἐξακολουθέω
.
ἐξακολουθήσαντες
.
ἐξακολουθήσουσιν
.
ἑξακοσία
.
ἑξακόσια
.
ἑξακόσιοι
.
ἑξακοσίων
.
ἐξαλειφθῆναι
.
ἐξαλείφω
.
ἐξαλείψας
.
ἐξαλείψει
.
ἐξαλείψω
.
ἐξάλλομαι
.
ἐξαλλόμενος
.
ἐξανάστασιν
.
ἐξανάστασις
.
ἐξαναστήσῃ
.
ἐξανατέλλω
.
ἐξανέστησαν
.
ἐξανέτειλεν
.
ἐξανίστημι
.
ἐξαπατάτω
.
ἐξαπατάω
.
ἐξαπατηθεῖσα
.
ἐξαπατήσῃ
.
ἐξαπατῶσι
.
ἐξαπατῶσιν
.
ἐξαπεστάλη
.
ἐξαπέστειλαν
.
ἐξαπέστειλεν
.
ἐξάπινα
.
ἐξαπορέομαι
.
ἐξαπορέω
.
ἐξαπορηθῆναι
.
ἐξαπορούμενοι
.
ἐξαποστέλλω
.
ἐξαποστελῶ
.
ἐξάρατε
.
ἐξαρεῖτε
.
ἐξαρθῇ
.
ἐξαρτίζω
.
ἐξαρτίσαι
.
ἐξαστράπτω
.
ἐξαστράπτων
.
ἐξαυτῆς
.
ἐξαὐτῆς
.
ἐξέβαλεν
.
ἐξέβαλλον
.
ἐξεβάλομεν
.
ἐξέβαλον
.
ἐξέβησαν
.
ἐξεβλήθη
.
ἐξεγαμίζοντο
.
ἐξεγείρω
.
ἐξεγερεῖ
.
ἐξέδετο
.
ἐξεδέχετο
.
ἐξεδίκησεν
.
ἐξέδοτο
.
ἐξέδυσαν
.
ἐξεζήτησαν
.
ἐξεθαμβήθη
.
ἐξεθαμβήθησαν
.
ἐξεθαύμαζον
.
ἐξέθεντο
.
ἕξει
.
ἐξειλάμην
.
ἐξείλατο
.
ἐξείλατό
.
ἐξείλετο
.
ἐξείλετό
.
ἐξειλόμην
.
ἔξειμι
.
ἕξεις
.
ἐξεκαύθησαν
.
ἐξεκέντησαν
.
ἐξεκλάσθησαν
.
ἐξεκλείσθη
.
ἐξέκλιναν
.
ἐξεκομίζετο
.
ἐξεκόπης
.
ἐξεκρέματο
.
ἐξεκρέμετο
.