Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἐμμαίνομαι-ἐνεστῶτος
ἐμμαίνομαι
.
ἐμμαινόμενος
.
Ἐμμανουήλ
.
Ἐμμαούς
.
Ἐμμαοῦς
.
ἐμμένει
.
ἐμμένειν
.
ἐμμένω
.
Ἐμμὸρ
.
Ἑμμὸρ
.
Ἐμμὼρ
.
Ἑμμὼρ
.
ἐμνημόνευον
.
ἐμνημόνευσεν
.
ἐμνήσθη
.
ἐμνήσθημεν
.
ἐμνήσθην
.
ἐμνήσθησαν
.
ἐμνηστευμένῃ
.
ἐμνηστευμένην
.
ἐμοὶ
.
ἐμοί
.
ἐμοῖς
.
ἐμοίχευσεν
.
ἐμόλυναν
.
ἐμολύνθησαν
.
ἐμὸν
.
ἐμόν
.
ἐμὸς
.
ἐμός
.
ἐμοσχοποίησαν
.
ἐμοῦ
.
ἐμοὺς
.
ἐμπαιγμονή
.
ἐμπαιγμονῇ
.
ἐμπαιγμός
.
ἐμπαιγμῶν
.
ἐμπαίζειν
.
ἐμπαίζοντες
.
ἐμπαίζω
.
ἐμπαῖκται
.
ἐμπαίκτης
.
ἐμπαῖξαι
.
ἐμπαίξας
.
ἐμπαίξουσιν
.
ἐμπαιχθήσεται
.
ἐμπεπλησμένοι
.
ἐμπεριπατέω
.
ἐμπεριπατήσω
.
ἐμπεσεῖν
.
ἐμπεσεῖται
.
ἐμπέσῃ
.
ἐμπεσόντος
.
ἐμπεσοῦνται
.
ἐμπίμπρημι
.
ἐμπίπημι
.
ἐμπίπλημι
.
ἐμπιπλῶν
.
ἐμπιπρᾶσθαι
.
ἐμπίπτουσιν
.
ἐμπίπτω
.
ἐμπλακέντες
.
ἐμπλέκεται
.
ἐμπλέκω
.
ἐμπλησθῶ
.
ἐμπλοκή
.
ἐμπλοκῆς
.
ἐμπνέω
.
ἐμπνέων
.
ἐμπορεύομαι
.
ἐμπορευσόμεθα
.
ἐμπορεύσονται
.
ἐμπορευσώμεθα
.
ἐμπορία
.
ἐμπορίαν
.
ἐμπόριον
.
ἐμπορίου
.
ἔμποροι
.
ἔμποροί
.
ἔμπορος
.
ἐμπόρῳ
.
ἐμπρήθω
.
ἔμπροσθεν
.
ἔμπροσθέν
.
ἐμπτύειν
.
ἐμπτύσαντες
.
ἐμπτυσθήσεται
.
ἐμπτύσουσιν
.
ἐμπτύω
.
ἐμφανῆ
.
ἐμφανὴς
.
ἐμφανής
.
ἐμφανίζειν
.
ἐμφανίζουσιν
.
ἐμφανίζω
.
ἐμφανίσατε
.
ἐμφανισθῆναι
.
ἐμφανίσω
.
ἔμφοβοι
.
ἔμφοβος
.
ἐμφόβων
.
ἐμφυσάω
.
ἔμφυτον
.
ἔμφυτος
.
ἐμῷ
.
ἐμῶν
.
Ἑμὼρ
.
ἐμώρανεν
.
ἐμωράνθησαν
.
ἐν
.
ἓν
.
ἔν
.
ἕν
.
ἕνα
.
ἐναγκαλίζομαι
.
ἐναγκαλισάμενος
.
ἐνάλιος
.
ἐναλίων
.
ἔναντι
.
ἐναντία
.
ἐναντίας
.
ἐναντίον
.
ἐναντίος
.
ἐναντίους
.
ἐναντίων
.
ἐναρξάμενοι
.
ἐναρξάμενος
.
ἐνάρχομαι
.
ἐνάτῃ
.
ἐνάτην
.
ἐνάτης
.
ἔνατος
.
ἐναυάγησα
.
ἐναυάγησαν
.
ἐνγεγραμμένη
.
ἐνγέγραπται
.
ἐνδεδυμένοι
.
ἐνδεδυμένον
.
ἐνδεδυμένος
.
ἐνδεής
.
ἔνδειγμα
.
ἐνδεικνύμενοι
.
ἐνδεικνυμένους
.
ἐνδείκνυμι
.
ἐνδείκνυνται
.
ἐνδείκνυσθαι
.
ἐνδείξασθαι
.
ἐνδειξασθε
.
ἐνδείξασθε
.
ἐνδείξηται
.
ἔνδειξιν
.
ἔνδειξις
.
ἐνδείξωμαι
.
ἕνδεκα
.
ἑνδεκάτην
.
ἑνδέκατος
.
ἐνδέξομαι
.
ἐνδέχεται
.
ἐνδημέω
.
ἐνδημῆσαι
.
ἐνδημοῦντες
.
ἐνδιδύσκουσιν
.
ἐνδιδύσκω
.
ἔνδικον
.
ἔνδικόν
.
ἔνδικος
.
ἐνδόμησις
.
ἐνδοξάζομαι
.
ἐνδοξάζω
.
ἐνδοξασθῇ
.
ἐνδοξασθῆναι
.
ἔνδοξοι
.
ἐνδόξοις
.
ἔνδοξον
.
ἔνδοξος
.
ἐνδόξῳ
.
ἔνδυμα
.
ἐνδύμασι
.
ἐνδύμασιν
.
ἐνδύματος
.
ἐνδυναμοῦ
.
ἐνδυναμοῦντί
.
ἐνδυναμοῦσθε
.
ἐνδυναμόω
.
ἐνδυναμώσαντί
.
ἐνδύνοντες
.
ἐνδύνω
.
ἐνδύουσιν
.
ἐνδυσάμενοι
.
ἐνδυσάμενος
.
ἐνδύσασθαι
.
ἐνδύσασθε
.
ἐνδύσατε
.
ἐνδύσεως
.
ἐνδύσησθε
.
ἐνδύσηται
.
ἔνδυσις
.
ἐνδυσώμεθα
.
ἐνδύω
.
ἐνδώμησις
.
ἐνέβη
.
ἐνέβημεν
.
ἐνέβησαν
.
ἐνεβίβασεν
.
ἐνέβλεπεν
.
ἐνέβλεπον
.
ἐνέβλεψεν
.
ἐνεβριμήθη
.
ἐνεβριμησατο
.
ἐνεβριμήσατο
.
ἐνεβριμοῦντο
.
ἐνεβριμῶντο
.
ἐνέγκαι
.
ἐνέγκαντες
.
ἐνέγκας
.
ἐνέγκατε
.
ἐνεγκεῖν
.
ἐνεδείξασθε
.
ἐνεδείξατο
.
ἐνεδιδύσκετο
.
ἐνέδρα
.
ἐνέδραν
.
ἐνεδρεύοντες
.
ἐνεδρεύουσιν
.
ἐνεδρεύω
.
ἔνεδρον
.
ἐνεδυναμοῦτο
.
ἐνεδυναμώθη
.
ἐνεδυναμώθησαν
.
ἐνεδυνάμωσέν
.
ἐνέδυσαν
.
ἐνεδύσασθε
.
ἐνεδύσατο
.
ἐνειλέω
.
ἐνείλησεν
.
ἔνειμι
.
ἐνεῖχεν
.
ἕνεκα
.
ἕνεκά
.
ἐνεκαίνισεν
.
ἐνεκάλουν
.
ἕνεκεν
.
ἕνεκέν
.
ἐνεκεντρίσθης
.
ἐνεκοπτόμην
.
ἐνέκοψεν
.
ἐνέκρυψεν
.
ἐνέμειναν
.
ἐνέμεινεν
.
ἐνένευον
.
ἐνενήκοντα
.
ἐνεοί
.
ἐνεός
.
ἐνέπαιζον
.
ἐνέπαιξαν
.
ἐνεπαίχθη
.
ἐνέπλησεν
.
ἐνεπλήσθησαν
.
ἐνέπρησεν
.
ἐνέπτυον
.
ἐνέπτυσαν
.
ἐνεργεῖ
.
ἐνέργεια
.
ἐνέργειαν
.
ἐνεργείας
.
ἐνεργεῖν
.
ἐνεργεῖται
.
ἐνεργέω
.
ἐνέργημα
.
ἐνεργήματα
.
ἐνεργημάτων
.
ἐνεργὴς
.
ἐνεργής
.
ἐνεργήσας
.
ἐνεργουμένη
.
ἐνεργουμένην
.
ἐνεργουμένης
.
ἐνεργοῦντος
.
ἐνεργοῦσιν
.
ἐνεργῶν
.
ἐνέστηκεν
.
ἐνεστηκότα
.
ἐνεστῶσαν
.
ἐνεστῶτα
.
ἐνεστῶτος
.