Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἐλεεῖ-ἐμίσουν
ἐλεεῖ
.
ἐλέει
.
ἐλεεινὸς
.
ἐλεεινός
.
ἐλεεινότεροι
.
ἐλεεῖτε
.
ἐλεέω
.
ἐλεηθέντες
.
ἐλεηθήσονται
.
ἐλεηθῶσιν
.
ἐλεήμονες
.
ἐλεημοσύναι
.
ἐλεημοσύνας
.
ἐλεημοσύνη
.
ἐλεημοσύνην
.
ἐλεημοσυνῶν
.
ἐλεήμων
.
ἐλεῆσαι
.
ἐλεήσῃ
.
ἐλέησον
.
ἐλέησόν
.
ἐλεήσω
.
ἔλεον
.
ἔλεος
.
ἐλεοῦντος
.
ἐλέους
.
ἐλευθέρα
.
ἐλευθέρας
.
ἐλευθερία
.
ἐλευθερίᾳ
.
ἐλευθερίαν
.
ἐλευθερίας
.
ἐλεύθεροι
.
ἐλεύθεροί
.
ἐλεύθερος
.
ἐλευθέρους
.
ἐλευθερόω
.
ἐλευθερωθέντες
.
ἐλευθερωθήσεται
.
ἐλευθέρων
.
ἐλευθερώσει
.
ἐλευθερώσῃ
.
ἐλεύκαναν
.
ἐλεύσεται
.
ἐλεύσεως
.
ἔλευσις
.
ἐλεύσομαι
.
ἐλευσόμεθα
.
ἐλεύσονται
.
ἐλεφάντινον
.
ἐλεφάντινος
.
ἐλεῶ
.
ἐλεῶν
.
ἐλεῶντος
.
ἐληλακότες
.
ἐλήλυθα
.
ἐλήλυθας
.
ἐληλύθει
.
ἐληλύθεισαν
.
ἐλήλυθεν
.
ἐληλυθότα
.
ἐληλυθότες
.
ἐληλυθυῖαν
.
ἐλθάτω
.
ἐλθε
.
ἐλθὲ
.
ἐλθέ
.
ἐλθεῖν
.
ἐλθέτω
.
ἔλθῃ
.
ἔλθῃς
.
ἔλθητε
.
ἐλθὸν
.
ἐλθόντα
.
ἐλθόντας
.
ἐλθόντες
.
ἐλθόντι
.
ἐλθόντος
.
ἐλθόντων
.
ἐλθοῦσα
.
ἐλθοῦσαι
.
ἐλθούσης
.
ἔλθω
.
ἐλθὼν
.
ἐλθών
.
ἔλθωσιν
.
Ἐλιακεὶμ
.
Ἐλιακείμ
.
Ἐλιακὶμ
.
Ἐλιακίμ
.
ἕλιγμα
.
Ἐλιέζερ
.
ἐλιθάσθην
.
ἐλιθάσθησαν
.
ἐλιθοβόλησαν
.
ἐλιθοβόλουν
.
ἑλίξεις
.
Ἐλιοὺδ
.
Ἐλιούδ
.
Ἐλισάβετ
.
Ἐλισαίου
.
Ἐλισσαῖος
.
Ἐλισσαίου
.
ἑλισσόμενον
.
ἑλισσόμενος
.
ἑλίσσω
.
ἕλκη
.
ἕλκος
.
ἕλκουσιν
.
ἑλκόω
.
ἑλκύσαι
.
ἑλκύσῃ
.
ἑλκύσω
.
ἑλκύω
.
ἑλκῶν
.
Ἑλλάδα
.
Ἑλλάς
.
Ἕλλην
.
Ἑλληνάς
.
Ἕλληνας
.
Ἕλληνες
.
Ἕλληνές
.
Ἕλληνι
.
Ἑλληνίδων
.
Ἑλληνικῇ
.
Ἑλληνικοῖς
.
Ἑλληνικός
.
Ἑλληνίς
.
Ἑλληνιστάς
.
Ἑλληνιστής
.
Ἑλληνιστὶ
.
Ἑλληνιστί
.
Ἑλληνιστῶν
.
Ἕλληνος
.
Ἑλλήνων
.
Ἕλλησιν
.
Ἕλλησίν
.
ἐλλόγα
.
ἐλλόγει
.
ἐλλογεῖται
.
ἐλλογέω
.
Ἐλμαδὰμ
.
Ἐλμαδάμ
.
Ἐλμωδὰμ
.
Ἐλμωδάμ
.
ἐλογιζόμην
.
ἐλογίζοντο
.
ἐλογίσθη
.
ἐλογίσθημεν
.
ἐλοιδόρησαν
.
ἑλόμενος
.
ἔλουσεν
.
ἐλπίδα
.
ἐλπίδι
.
ἑλπίδι
.
ἐλπίδος
.
ἐλπίζει
.
ἐλπίζετε
.
ἐλπίζομεν
.
ἐλπιζομένων
.
ἐλπίζουσαι
.
ἐλπίζω
.
ἐλπίζων
.
ἐλπιοῦσιν
.
ἐλπὶς
.
ἐλπίς
.
ἐλπίσατε
.
ἔλυε
.
ἔλυεν
.
ἐλύετο
.
ἐλύθη
.
ἐλύθησαν
.
ἐλυμαίνετο
.
Ἐλύμας
.
ἐλυπηθη
.
ἐλυπήθη
.
ἐλυπήθησαν
.
ἐλυπήθητε
.
ἐλύπησα
.
ἐλύπησεν
.
ἔλυσεν
.
ἐλυτρώθητε
.
ἐλωΐ
.
ἑλωῒ
.
Ἐλωῒ
.
ἐμὰ
.
ἐμά
.
ἔμαθεν
.
ἔμαθες
.
ἐμάθετε
.
ἐμαθητεύθη
.
ἐμαθήτευσεν
.
ἔμαθον
.
ἐμαρτύρει
.
ἐμαρτυρεῖτο
.
ἐμαρτυρήθη
.
ἐμαρτυρήθησαν
.
ἐμαρτυρήσαμεν
.
ἐμαρτύρησάν
.
ἐμαρτύρησεν
.
ἐμαρτύρουν
.
ἐμὰς
.
ἐμάς
.
ἐμασσῶντο
.
ἐμαστίγωσεν
.
ἐμασῶντο
.
ἐματαιώθησαν
.
ἐμαυτὸν
.
ἐμαυτόν
.
ἐμαυτοῦ
.
ἐμαυτῷ
.
ἐμάχοντο
.
ἐμβαίνοντος
.
ἐμβαίνω
.
ἐμβαλεῖν
.
ἐμβάλλω
.
ἐμβάντα
.
ἐμβάντες
.
ἐμβάντι
.
ἐμβάντος
.
ἐμβάντων
.
ἐμβαπτόμενος
.
ἐμβάπτω
.
ἐμβὰς
.
ἐμβατεύω
.
ἐμβατεύων
.
ἐμβάψας
.
ἐμβῆναι
.
ἐμβιβάζω
.
ἐμβλέποντες
.
ἐμβλέπω
.
ἐμβλέψας
.
ἐμβλέψασα
.
ἐμβλέψατε
.
ἐμβριμάομαι
.
ἐμβριμησάμενος
.
ἐμβριμώμενος
.
ἐμὲ
.
ἐμέ
.
ἐμεγάλυνεν
.
ἐμεγαλύνετο
.
ἐμεθύσθησαν
.
ἐμείναμεν
.
ἔμειναν
.
ἔμεινεν
.
ἔμελεν
.
ἐμελέτησαν
.
ἔμελλεν
.
ἔμελλες
.
ἔμελλον
.
ἐμέμψαντο
.
ἔμενεν
.
ἔμενον
.
ἐμέρισεν
.
ἐμερίσθη
.
ἐμέσαι
.
ἐμεσίτευσεν
.
ἐμέτρησεν
.
ἐμέω
.
ἐμὴ
.
ἐμή
.
ἐμῇ
.
ἐμὴν
.
ἐμήν
.
ἐμήνυσεν
.
ἐμῆς
.
ἔμιξεν
.
ἐμίσησα
.
ἐμίσησάν
.
ἐμίσησας
.
ἐμίσησεν
.
ἐμισθώσατο
.
ἐμίσουν
.