Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἐκόσμησαν-ἐλέγχω
ἐκόσμησαν
.
ἐκόσμουν
.
ἑκοῦσα
.
ἑκούσιον
.
ἑκουσίως
.
ἐκούφιζον
.
ἐκόψασθε
.
ἔκπαλαι
.
εκπειράζοντες
.
ἐκπειράζω
.
ἐκπειράζωμεν
.
ἐκπειράζων
.
ἐκπειράσεις
.
ἐκπέμπω
.
ἐκπεμφθέντες
.
ἐκπεπλήρωκεν
.
ἐκπέπτωκας
.
ἐκπέπτωκεν
.
ἐκπερισσοῦ
.
ἐκπερισσῶς
.
ἐκπεσεῖν
.
ἐκπέσητε
.
ἐκπέσωμεν
.
ἐκπέσωσιν
.
ἐκπετάννυμι
.
ἐκπεφευγέναι
.
ἐκπηδάω
.
ἐκπίπτει
.
ἐκπίπτοντες
.
ἐκπίπτω
.
ἐκπλεῦσαι
.
ἐκπλέω
.
ἐκπληρόω
.
ἐκπλήρωσιν
.
ἐκπλήρωσις
.
ἐκπλήσσεσθαι
.
ἐκπλησσόμενος
.
ἐκπλήσσω
.
ἐκπλήττεσθαι
.
ἐκπληττόμενος
.
ἐκπνέω
.
ἐκπορεύεσθαι
.
ἐκπορευέσθω
.
ἐκπορεύεται
.
ἐκπορεύομαι
.
ἐκπορευόμενα
.
ἐκπορευόμενά
.
ἐκπορευομένη
.
ἐκπορευομένῃ
.
ἐκπορευόμενοι
.
ἐκπορευομένοις
.
ἐκπορευόμενον
.
ἐκπορευόμενος
.
ἐκπορευομένου
.
ἐκπορευομένῳ
.
ἐκπορευομένων
.
ἐκπορεύονται
.
ἐκπορεύσονται
.
ἐκπορνεύσασαι
.
ἐκπορνεύω
.
ἐκπτύω
.
ἔκραζαν
.
ἔκραζεν
.
ἔκραζον
.
ἔκραξα
.
ἔκραξαν
.
ἔκραξεν
.
ἐκραταιοῦτο
.
ἐκρατήσαμεν
.
ἐκράτησαν
.
ἐκρατήσατέ
.
ἐκράτησεν
.
ἐκρατοῦντο
.
ἐκραύγαζον
.
ἐκραύγασαν
.
ἐκραύγασεν
.
ἔκραύγασεν
.
ἐκριζόω
.
ἐκριζωθέντα
.
ἐκριζωθήσεται
.
ἐκριζώθητι
.
ἐκριζώσητε
.
ἐκρίθη
.
ἐκρίθησαν
.
ἔκρινα
.
ἔκρινας
.
ἔκρινεν
.
ἐκρινόμεθα
.
ἐκρύβη
.
ἔκρυψα
.
ἔκρυψαν
.
ἔκρυψας
.
ἔκρυψεν
.
ἐκστάσει
.
ἐκστάσεως
.
ἔκστασις
.
ἐκστρέφω
.
ἐκσῴζω
.
ἐκσῶσαι
.
ἐκταράσσουσιν
.
ἐκταράσσω
.
ἐκτεθέντα
.
ἐκτεθέντος
.
ἐκτείνας
.
ἐκτείνειν
.
ἔκτεινον
.
ἔκτεινόν
.
ἐκτείνω
.
ἐκτελέσαι
.
ἐκτελέω
.
ἐκτενείᾳ
.
ἐκτένεια
.
ἐκτενεῖς
.
ἐκτενέστερον
.
ἐκτενῆ
.
ἐκτενὴς
.
ἐκτενής
.
ἐκτενῶς
.
ἕκτη
.
ἕκτην
.
ἕκτης
.
ἐκτησάμην
.
ἐκτήσατο
.
ἐκτίθημι
.
ἐκτιναξάμενοι
.
ἐκτιναξάμενος
.
ἐκτινάξατε
.
ἐκτινάσσω
.
ἔκτισας
.
ἔκτισεν
.
ἐκτίσθη
.
ἐκτίσθησαν
.
ἔκτισται
.
ἐκτὸς
.
ἕκτος
.
ἐκτραπῇ
.
ἐκτραπήσονται
.
ἐκτρεπόμενος
.
ἐκτρέπω
.
ἐκτρέφει
.
ἐκτρέφετε
.
ἐκτρέφω
.
ἐκτρέφωσιν
.
ἔκτρωμα
.
ἐκτρώματι
.
ἕκτῳ
.
ἐκύκλευσαν
.
ἐκύκλωσαν
.
ἐκυλίετο
.
ἐκφέρειν
.
ἐκφέρουσα
.
ἐκφέρω
.
ἐκφεύγω
.
ἐκφεύξῃ
.
ἐκφευξόμεθα
.
ἐκφοβεῖν
.
ἐκφοβέω
.
ἔκφοβοι
.
ἔκφοβός
.
ἐκφυγεῖν
.
ἐκφύγωσιν
.
ἐκφυῇ
.
ἐκφύῃ
.
ἐκφύω
.
ἐκφωνέω
.
ἐκχέαι
.
ἐκχέατε
.
ἐκχέετε
.
ἐκχεῖται
.
ἐκχεῶ
.
ἐκχέω
.
ἐκχυθήσεται
.
ἐκχυννόμενον
.
ἐκχύννω
.
ἐκχυνόμενον
.
εκχυνω
.
ἐκχωρείτωσαν
.
ἐκχωρέω
.
ἐκψύχω
.
ἐκωλύθην
.
ἐκωλύομεν
.
ἐκωλύσαμεν
.
ἐκωλύσατε
.
ἐκώλυσεν
.
ἑκὼν
.
ἔλαβαν
.
ἔλαβε
.
ἔλαβεν
.
ἔλαβες
.
ἐλάβετε
.
ἐλάβομεν
.
ἔλαβον
.
ἔλαθεν
.
ἔλαθόν
.
ἐλαία
.
ἐλαίᾳ
.
ἐλαῖαι
.
ἐλαίας
.
ἔλαιον
.
ἐλαίου
.
ἐλαίῳ
.
ἐλαιῶν
.
Ἐλαιών
.
Ἐλαιῶνος
.
ἐλάκησεν
.
ἐλάλει
.
ἐλαλήθη
.
ελάλησα
.
ἐλάλησα
.
ἐλαλήσαμεν
.
ἐλάλησαν
.
ἐλαλήσατε
.
ἐλάλησεν
.
ἐλάλησέν
.
ἐλαλοῦμεν
.
ἐλάλουν
.
ἐλάμβανον
.
Ἐλαμεῖται
.
Ἐλαμείτης
.
Ἐλαμῖται
.
Ἐλαμίτης
.
ἔλαμψεν
.
ἐλάσσονι
.
ἐλάσσω
.
ἐλάσσων
.
ἐλατόμησεν
.
ἐλάτρευσαν
.
ἔλαττον
.
ἐλαττονέω
.
ἐλαττοῦσθαι
.
ἐλαττόω
.
ἐλαύνειν
.
ἐλαυνόμενα
.
ἐλαυνόμεναι
.
ἐλαύνω
.
ἐλαφρία
.
ἐλαφρίᾳ
.
ἐλαφρὸν
.
ἐλαφρόν
.
ἐλαφρός
.
ἔλαχε
.
ἔλαχεν
.
ἐλαχίστη
.
ἐλάχιστον
.
ἐλάχιστόν
.
ἐλάχιστος
.
ἐλαχιστότερος
.
ἐλαχιστοτέρῳ
.
ἐλαχίστου
.
ἐλαχίστῳ
.
ἐλαχίστων
.
Ἐλεάζαρ
.
ἐλεᾶτε
.
ἐλεάω
.
ἔλεγαν
.
ἔλεγε
.
ἔλεγεν
.
ἐλέγετε
.
ἐλεγμόν
.
ἔλεγμον
.
ἐλεγμός
.
ἐλέγξαι
.
ἐλέγξει
.
ἔλεγξιν
.
ἔλεγξις
.
ἔλεγξον
.
ἔλεγον
.
ἔλεγχε
.
ἐλέγχει
.
ἐλέγχειν
.
ἐλέγχεται
.
ἐλέγχετε
.
ἐλεγχθῇ
.
ἐλεγχόμενα
.
ἐλεγχόμενοι
.
ἐλεγχόμενος
.
ἔλεγχον
.
ἔλεγχος
.
ἐλέγχω
.