Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἁμαρτάνειν - ἀνακύψατε
ἁμαρτάνειν
.
ἁμαρτάνετε
.
ἁμαρτάνοντα
.
ἁμαρτάνοντας
.
ἁμαρτάνοντες
.
ἁμαρτανόντων
.
ἁμαρτάνουσιν
.
ἁμαρτάνω
.
ἁμαρτάνων
.
ἁμάρτη
.
ἁμάρτῃ
.
ἁμάρτημα
.
ἁμαρτήματα
.
ἁμαρτήματος
.
ἁμαρτημάτων
.
ἁμαρτήσαντας
.
ἁμαρτήσαντος
.
ἁμαρτησάντων
.
ἁμαρτήσασιν
.
ἁμαρτήσει
.
ἁμαρτήσῃ
.
ἁμαρτήσομεν
.
ἁμαρτήσωμεν
.
ἁμάρτητε
.
ἁμαρτια
.
ἁμαρτία
.
ἁμαρτίᾳ
.
ἁμαρτίαι
.
ἁμαρτίαις
.
ἁμαρτίαν
.
ἁμαρτίας
.
ἁμαρτιῶν
.
ἀμάρτυρον
.
ἀμάρτυρος
.
ἁμαρτωλοί
.
ἁμαρτωλοὶ
.
ἁμαρτωλοῖς
.
ἁμαρτωλὸν
.
ἁμαρτωλός
.
ἁμαρτωλὸς
.
ἁμαρτωλούς
.
ἁμαρτωλοὺς
.
ἁμαρτωλῷ
.
ἁμαρτωλῶν
.
Ἀμασίας
.
ἄμαχον
.
ἄμαχος
.
ἀμάχους
.
ἀμάω
.
ἀμέθυσος
.
ἀμέθυστος
.
ἀμέλει
.
ἀμελέω
.
ἀμελήσαντες
.
ἀμελήσω
.
ἄμεμπτοι
.
ἄμεμπτος
.
ἀμέμπτους
.
ἀμέμπτως
.
ἀμέριμνος
.
ἀμερίμνους
.
ἀμετάθετον
.
ἀμετάθετος
.
ἀμεταθέτων
.
ἀμετακίνητοι
.
ἀμετακίνητος
.
ἀμεταμέλητα
.
ἀμεταμέλητον
.
ἀμεταμέλητος
.
ἀμετανόητον
.
ἀμετανόητος
.
ἄμετρα
.
ἄμετρος
.
ἀμην
.
ἀμήν
.
ἀμὴν
.
ἆμήν
.
ἀμησάντων
.
ἀμήτωρ
.
ἀμίαντον
.
ἀμίαντος
.
Ἀμιναδάβ
.
Ἀμιναδὰβ
.
ἄμμον
.
ἄμμος
.
ἀμνός
.
ἀμνὸς
.
ἀμνοῦ
.
ἀμοιβὰς
.
ἀμοιβή
.
ἄμορφος
.
ἄμπελον
.
ἄμπελος
.
ἀμπέλου
.
ἀμπελουργόν
.
ἀμπελουργός
.
ἀμπέλῳ
.
ἀμπελών
.
ἀμπελῶνα
.
ἀμπελῶνι
.
ἀμπελῶνί
.
ἀμπελῶνος
.
Ἀμπλίαν
.
Ἀμπλίας
.
Ἀμπλιᾶτον
.
ἀμύνομαι
.
ἀμφιάζω
.
ἀμφιβάλλοντας
.
ἀμφιβάλλω
.
ἀμφίβληστρον
.
ἀμφιέζει
.
ἀμφιεζω
.
ἀμφιέννυμι
.
ἀμφιέννυσιν
.
Ἀμφίπολιν
.
Ἀμφίπολις
.
ἄμφοδον
.
ἀμφόδου
.
ἀμφότερα
.
ἀμφότεροι
.
ἀμφοτέροις
.
ἀμφότερος
.
ἀμφοτέρους
.
ἀμφοτέρων
.
ἄμωμα
.
ἀμώμητα
.
ἀμώμητοι
.
ἀμώμητος
.
ἄμωμοι
.
ἄμωμοί
.
ἄμωμον
.
ἄμωμος
.
ἀμώμου
.
ἀμώμους
.
Ἀμών
.
Ἀμὼν
.
Ἀμώς
.
Ἀμὼς
.
ἄν
.
ἂν
.
ἀνα
.
ἀνά
.
ἀνὰ
.
ἀνάβα
.
ἀναβαθμός
.
ἀναβαθμούς
.
ἀναβαθμῶν
.
ἀναβαίνει
.
ἀναβαίνειν
.
ἀναβαίνομεν
.
ἀναβαῖνον
.
ἀναβαίνοντα
.
ἀναβαίνοντας
.
ἀναβαίνοντες
.
ἀναβαινόντων
.
ἀναβαίνουσιν
.
ἀναβαίνω
.
ἀναβαίνων
.
ἀναβάλλομαι
.
ἀναβάντα
.
ἀναβάντες
.
ἀναβάντων
.
ἀναβάς
.
ἀναβὰς
.
ἀνάβατε
.
ἀναβέβηκα
.
ἀναβέβηκεν
.
ἀναβήσεται
.
ἀνάβητε
.
ἀναβιβάζω
.
ἀναβιβάσαντες
.
ἀναβλέπουσιν
.
ἀναβλέπω
.
αναβλέψαι
.
ἀναβλέψαι
.
ἀναβλέψαντος
.
ἀναβλέψας
.
ἀναβλέψασαι
.
ἀναβλέψῃ
.
ἀναβλέψῃς
.
ἀνάβλεψιν
.
ἀνάβλεψις
.
ἀνάβλεψον
.
ἀναβλέψω
.
ἀναβοάω
.
ἀναβοήσας
.
ἀναβολή
.
ἀναβολὴν
.
ἀναγαγεῖν
.
ἀναγαγών
.
ἀναγαγὼν
.
ἀνάγαιον
.
ἀναγγεῖλαι
.
ἀνάγγειλον
.
ἀναγγελεῖ
.
ἀναγγέλλομεν
.
ἀναγγέλλοντες
.
ἀναγγέλλω
.
ἀναγγέλλων
.
ἀναγγελῶ
.
ἀναγεγεννημένοι
.
ἀναγεννάω
.
ἀναγεννήσας
.
ἀνάγεσθαι
.
ἀναγινώσκεις
.
ἀναγινώσκεται
.
ἀναγινώσκετε
.
ἀναγινώσκηται
.
ἀναγινωσκομένας
.
ἀναγινωσκομένη
.
ἀναγινωσκόμενος
.
ἀναγινώσκοντες
.
ἀναγινώσκοντος
.
ἀναγινώσκω
.
ἀναγινώσκων
.
ἀναγκάζεις
.
ἀναγκάζουσιν
.
ἀναγκάζω
.
ἀναγκαῖά
.
ἀναγκαίας
.
ἀναγκαῖον
.
ἀναγκαῖος
.
ἀναγκαιότερον
.
ἀναγκαίους
.
ἀνάγκαις
.
ἀνάγκασον
.
ἀναγκαστῶς
.
ἀνάγκη
.
ἀνάγκῃ
.
ἀνάγκην
.
ἀνάγκης
.
ἀναγνόντες
.
ἀναγνοὺς
.
ἀναγνῶναι
.
ἀναγνωρίζομαι
.
ἀναγνώσει
.
ἀναγνωσθῇ
.
ἀναγνωσθῆναι
.
ἀνάγνωσιν
.
ἀνάγνωσις
.
ἀναγνῶτε
.
ἀναγομένοις
.
ἀνάγω
.
ἀναδείκνυμι
.
ἀναδείξεως
.
ἀνάδειξις
.
ἀνάδειξον
.
ἀναδεξάμενος
.
ἀναδέχομαι
.
ἀναδίδωμι
.
ἀναδόντες
.
ἀναζάω
.
ἀναζητέω
.
ἀναζητῆσαι
.
ἀναζητοῦντες
.
ἀναζώννυμι
.
ἀναζωπυρεῖν
.
ἀναζωπυρέω
.
ἀναζωσάμενοι
.
ἀναθάλλω
.
ἀνάθεμα
.
ἀναθέμασιν
.
ἀναθέματι
.
ἀναθεματίζειν
.
ἀναθεματίζω
.
ἀναθεωρέω
.
ἀναθεωροῦντες
.
ἀναθεωρῶν
.
ἀνάθημα
.
ἀναθήμασιν
.
ἀναίδεια
.
ἀναίδειαν
.
ἀναιδίαν
.
ἀναιρεθῆναι
.
ἀναιρεῖ
.
ἀναιρεῖν
.
ἀναιρεῖσθαι
.
ἀναιρέσει
.
ἀναίρεσις
.
ἀναιρέω
.
ἀναιρουμένων
.
ἀναιρούντων
.
ἀναίτιοί
.
ἀναίτιος
.
ἀναιτίους
.
ἀνακαθίζω
.
ἀνακαινίζειν
.
ἀνακαινίζω
.
ἀνακαινούμενον
.
ἀνακαινοῦται
.
ἀνακαινόω
.
ἀνακαινώσει
.
ἀνακαινώσεως
.
ἀνακαίνωσις
.
ἀνακαλυπτόμενον
.
ἀνακαλύπτω
.
ἀνακάμπτω
.
ἀνακάμψαι
.
ἀνακάμψει
.
ἀνακάμψω
.
ἀνακεῖμαι
.
ἀνακειμένοις
.
ἀνακείμενον
.
ἀνακείμενος
.
ἀνακειμένου
.
ἀνακειμένους
.
ἀνακειμένων
.
ἀνάκειται
.
ἀνακεκαλυμμένῳ
.
ἀνακεκύλισται
.
ἀνακεφαλαίομαι
.
ἀνακεφαλαιοῦται
.
ἀνακεφαλαιώσασθαι
.
ἀνακλιθῆναι
.
ἀνακλιθήσονται
.
ἀνακλῖναι
.
ἀνακλινεῖ
.
ἀνακλίνω
.
ἀνακόπτω
.
ἀνακράζω
.
ἀνακράξας
.
ἀνακριθῶ
.
ἀνακρίναντές
.
ἀνακρίνας
.
ἀνακρίνει
.
ἀνακρίνεται
.
ἀνακρινόμεθα
.
ἀνακρίνοντες
.
ἀνακρίνουσιν
.
ἀνακρίνουσίν
.
ἀνακρίνω
.
ἀνακρίνων
.
ἀνακρίσεως
.
ἀνάκρισις
.
ἀνακυλίω
.
ἀνακύπτω
.
ἀνακύψαι
.
ἀνακύψας
.
ἀνάκυψας
.
ἀνακύψατε
.