Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἀποδεδειγμένον - ἀπορφανισθέντες
ἀποδεδειγμένον
.
ἀποδεδοκιμασμένον
.
ἀποδείκνυμι
.
ἀποδεικνύντα
.
ἀποδεῖξαι
.
ἀποδείξει
.
ἀπόδειξις
.
ἀποδεκατεύω
.
ἀποδεκατοῦν
.
ἀποδεκατοῦτε
.
ἀποδεκατόω
.
ἀποδεκατῶ
.
ἀπόδεκτον
.
ἀπόδεκτος
.
ἀποδεξάμενοι
.
ἀποδεξάμενος
.
ἀποδέξασθαι
.
ἀποδέχομαι
.
ἀποδεχόμεθα
.
ἀποδημέω
.
ἀπόδημος
.
ἀποδημῶν
.
ἀποδιδόναι
.
ἀποδιδόντες
.
ἀποδιδότω
.
ἀποδιδοῦν
.
ἀποδιδοὺς
.
ἀποδίδωμι
.
ἀποδίδωσιν
.
ἀποδιορίζοντες
.
ἀποδιορίζω
.
ἀποδοθῆναι
.
ἀποδοῖ
.
ἀποδοκιμάζω
.
ἀποδοκιμασθῆναι
.
ἀπόδος
.
ἀπόδοτε
.
ἀποδοῦναι
.
ἀποδοὺς
.
ἀποδοχή
.
ἀποδοχῆς
.
ἀποδῷ
.
ἀποδῴη
.
ἀποδῷς
.
ἀποδώσει
.
ἀποδώσεις
.
ἀποδώσοντες
.
ἀποδώσουσιν
.
ἀποδώσω
.
ἀποθανεῖν
.
ἀποθανεῖσθε
.
ἀποθανεῖται
.
ἀποθάνῃ
.
ἀποθανόντα
.
ἀποθανόντες
.
ἀποθανόντι
.
ἀποθανόντος
.
ἀποθανοῦνται
.
ἀποθάνωμεν
.
ἀποθανών
.
ἀποθανὼν
.
ἀποθέμενοι
.
ἀποθέσθαι
.
ἀπόθεσθε
.
ἀπόθεσις
.
ἀποθήκας
.
ἀποθήκη
.
ἀποθήκην
.
ἀποθησαυρίζοντας
.
ἀποθησαυρίζω
.
ἀποθλίβουσιν
.
ἀποθλίβω
.
ἀποθνήσκει
.
ἀποθνῄσκει
.
ἀποθνήσκειν
.
ἀποθνῄσκειν
.
ἀποθνήσκομεν
.
ἀποθνῄσκομεν
.
ἀποθνήσκοντες
.
ἀποθνῄσκοντες
.
ἀποθνήσκουσιν
.
ἀποθνῄσκουσιν
.
ἀποθνήσκω
.
ἀποθνῄσκω
.
ἀποθνήσκωμεν
.
ἀποθνῄσκωμεν
.
ἀποθνήσκων
.
ἀποθνῄσκων
.
ἀποθώμεθα
.
ἀποκαθιστᾷ
.
ἀποκαθιστᾳ
.
ἀποκαθιστάνει
.
ἀποκαθιστάνεις
.
ἀποκαθίστημι
.
ἀποκαλύπτεσθαι
.
ἀποκαλύπτεται
.
ἀποκαλύπτω
.
ἀποκαλυφθῇ
.
ἀποκαλυφθῆναι
.
ἀποκαλυφθήσεται
.
ἀποκαλυφθῶσιν
.
ἀποκαλύψαι
.
ἀποκαλύψει
.
ἀποκαλύψεις
.
ἀποκαλύψεων
.
ἀποκαλύψεως
.
ἀποκάλυψιν
.
ἀποκάλυψις
.
ἀποκαραδοκία
.
ἀποκαραδοκίαν
.
ἀποκαταλλάξαι
.
ἀποκαταλλάξῃ
.
ἀποκαταλλάσσω
.
ἀποκατασταθῶ
.
ἀποκαταστάσεως
.
ἀποκατάστασις
.
ἀποκαταστήσει
.
ἀποκατεστάθη
.
ἀποκατηλλάγητε
.
ἀποκατήλλαξεν
.
ἀπόκειμαι
.
ἀποκειμένην
.
ἀπόκειται
.
ἀπόκειταί
.
ἀποκεκρυμμένην
.
ἀποκεκρυμμένον
.
ἀποκεκρυμμένου
.
ἀποκεκυλισμένον
.
ἀποκεκύλισται
.
ἀποκεφαλίζω
.
ἀποκλείσῃ
.
ἀποκλείω
.
ἀποκόπτω
.
ἀπόκοψον
.
ἀποκόψονται
.
ἀποκριθείς
.
ἀποκριθεὶς
.
ἀποκριθεῖσα
.
ἀποκριθὲν
.
ἀποκριθέντες
.
ἀποκριθῇ
.
ἀποκριθῆναι
.
ἀποκριθήσεται
.
ἀποκριθήσονται
.
ἀποκριθῆτε
.
ἀποκριθῆτέ
.
ἀποκρίθητέ
.
ἀποκριθῶσιν
.
ἀπόκριμα
.
ἀποκρίνεσθαι
.
ἀποκρίνεται
.
ἀποκρίνῃ
.
ἀποκρίνομαι
.
ἀποκρίσει
.
ἀποκρίσεσιν
.
ἀπόκρισιν
.
ἀπόκρισις
.
ἀποκρύπτω
.
ἀπόκρυφοι
.
ἀπόκρυφον
.
ἀπόκρυφος
.
ἀποκτανθείς
.
ἀποκτανθεὶς
.
ἀποκτανθῆναι
.
ἀποκτανθῶσιν
.
ἀποκτεῖναι
.
ἀποκτεινάντων
.
ἀποκτείνας
.
ἀποκτείνει
.
ἀποκτείνεσθαι
.
ἀποκτείννω
.
ἀποκτείνοντες
.
ἀποκτεινόντων
.
ἀποκτείνουσα
.
ἀποκτείνω
.
ἀποκτείνωμεν
.
ἀποκτείνωσιν
.
ἀποκτενει
.
ἀποκτενεῖ
.
ἀποκτένει
.
ἀποκτενεῖτε
.
ἀποκτένεσθαι
.
ἀποκτέννει
.
ἀποκτέννεσθαι
.
ἀποκτέννοντες
.
ἀποκτεννόντων
.
ἀποκτένοντες
.
ἀποκτενόντων
.
ἀποκτένουσα
.
ἀποκτενοῦσιν
.
ἀποκτενῶ
.
ἀποκύει
.
ἀποκυέω
.
ἀποκυλίσει
.
ἀποκυλίω
.
ἀπολαβεῖν
.
ἀπολάβῃ
.
ἀπολάβητε
.
ἀπολαβόμενος
.
ἀπολάβωμεν
.
ἀπολάβωσιν
.
ἀπολαμβάνειν
.
ἀπολαμβάνομεν
.
ἀπολαμβάνοντες
.
ἀπολαμβάνω
.
ἀπόλαυσιν
.
ἀπόλαυσις
.
ἀπολείπεται
.
ἀπολείπω
.
ἀπολεῖσθε
.
ἀπολεῖται
.
ἀπολείχω
.
ἀπολελυμένην
.
ἀπολελυμένον
.
ἀπολέλυσαι
.
ἀπολελύσθαι
.
ἀπολέσαι
.
ἀπολέσας
.
ἀπολέσει
.
ἀπολέσῃ
.
ἀπολέσητε
.
ἀπολέσθαι
.
ἀπολέσουσιν
.
ἀπολέσω
.
ἀπολέσωμεν
.
ἀπολέσωσιν
.
ἀπολήμψεσθε
.
ἀπόληται
.
ἀπολήψεσθε
.
ἀπολιπόντας
.
ἀπόλλυε
.
ἀπολλύει
.
ἀπόλλυμαι
.
ἀπολλύμεθα
.
ἀπολλυμένην
.
ἀπολλύμενοι
.
ἀπολλυμένοις
.
ἀπολλυμένου
.
ἀπόλλυμι
.
ἀπόλλυνται
.
ἀπόλλυται
.
Ἀπολλύων
.
Ἀπολλώ
.
Ἀπολλὼ
.
Ἀπολλῶ
.
Ἀπολλῶν
.
Ἀπολλωνία
.
Ἀπολλωνίαν
.
Ἀπολλώς
.
Ἀπολλὼς
.
Ἀπολλῶς
.
ἀπολογεῖσθαι
.
ἀπολογέομαι
.
ἀπολογηθῆναι
.
ἀπολογήσησθε
.
ἀπολογία
.
ἀπολογίᾳ
.
ἀπολογίαν
.
ἀπολογίας
.
ἀπολογοῦμαι
.
ἀπολογούμεθα
.
ἀπολογουμένου
.
ἀπολογουμένων
.
ἀπολομένου
.
ἀπολοῦνται
.
ἀπόλοῦνται
.
ἀπόλουσαι
.
ἀπολούω
.
ἀπολύει
.
ἀπολύειν
.
ἀπολύεις
.
ἀπολύετε
.
ἀπολυθέντες
.
ἀπολυθήσεσθε
.
ἀπολυθῆτε
.
ἀπολῦσαι
.
ἀπολῦσαί
.
ἀπόλυσαι
.
ἀπολύσας
.
ἀπολύσασα
.
ἀπολύσῃ
.
ἀπολύσῃς
.
ἀπολύσητε
.
ἀπόλυσον
.
ἀπολύσω
.
ἀπολυτρώσεως
.
ἀπολύτρωσιν
.
ἀπολύτρωσις
.
ἀπολύω
.
ἀπολύων
.
ἀπολῶ
.
ἀπολωλός
.
ἀπολωλὸς
.
ἀπολωλότα
.
ἀπολωλὼς
.
ἀπόλωνται
.
ἀπομάσσομαι
.
ἀπομασσόμεθα
.
ἀπονέμοντες
.
ἀπονέμω
.
ἀπονίπτω
.
ἀπόντες
.
ἀποπίπτω
.
ἀποπλανᾶν
.
ἀποπλανᾷν
.
ἀποπλανάω
.
ἀποπλεῖν
.
ἀποπλεύσαντες
.
ἀποπλέω
.
ἀποπλύνω
.
ἀποπνίγω
.
ἀπορεῖσθαι
.
ἀπορέω
.
ἀπορία
.
ἀπορίᾳ
.
ἀπορίψαντας
.
ἀποροῦμαι
.
ἀπορούμενοι
.
ἀπορούμενος
.
ἀποῤῥίπτω
.
ἀπορρίψαντας
.
ἀπορφανίζω
.
ἀπορφανισθέντες