Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
ἀναλάβετε - ἀπαγγελῶ
ἀναλάβετε
.
ἀναλαβόντες
.
ἀναλαβὼν
.
ἀναλαμβάνειν
.
ἀναλαμβάνω
.
ἀναλημφθεὶς
.
ἀναλήμψεως
.
ἀναληφθεὶς
.
ἀναλήψεως
.
ἀνάληψις
.
ἀναλίσκω
.
ἀναλογία
.
ἀναλογίαν
.
ἀναλογίζομαι
.
ἀναλογίσασθε
.
ἄναλον
.
ἄναλος
.
ἀναλόω
.
ἀναλῦσαι
.
ἀναλύσει
.
ἀναλύσεως
.
ἀναλύσεώς
.
ἀναλύσῃ
.
ἀνάλυσις
.
ἀναλύω
.
ἀναλωθῆτε
.
ἀναλῶσαι
.
ἀναλώσει
.
ἀναμάρτητος
.
ἀναμένειν
.
ἀναμένω
.
ἀναμιμνήσκεσθε
.
ἀναμιμνῄσκεσθε
.
ἀναμιμνησκομένου
.
ἀναμιμνῃσκομένου
.
ἀναμιμνήσκω
.
ἀναμνήσει
.
ἀναμνησθεὶς
.
ἀνάμνησιν
.
ἀνάμνησις
.
ἀνανεοῦσθαι
.
ἀνανεόω
.
ἀνανήφω
.
ἀνανήψωσιν
.
Ἀνανία
.
Ἁνανία
.
Ἀνανίαν
.
Ἁνανίαν
.
Ἀνανίας
.
Ἁνανίας
.
ἀναντίῤῥητος
.
ἀναντιρρήτων
.
ἀναντιρρήτως
.
ἀναντιῤῥήτως
.
ἀνάξιοί
.
ἀνάξιος
.
ἀναξίως
.
ἀναπαήσονται
.
ἀναπαύεσθε
.
ἀναπαύεται
.
ἀναπαύου
.
ἀναπαύσασθε
.
ἀνάπαυσιν
.
ἀνάπαυσις
.
ἀνάπαυσόν
.
ἀναπαύσονται
.
ἀναπαύσω
.
ἀναπαύσωνται
.
ἀναπαύω
.
ἀναπείθει
.
ἀναπείθω
.
ἀνάπειρος
.
ἀναπείρους
.
ἀναπέμπω
.
ἀναπέμψω
.
ἀναπέπαυται
.
ἀνάπεσαι
.
ἀνάπεσε
.
ἀναπεσεῖν
.
ἀνάπεσον
.
ἀναπεσών
.
ἀναπεσὼν
.
ἀναπηδάω
.
ἀναπηδήσας
.
ἀνάπηρος
.
ἀναπήρους
.
ἀναπίπτω
.
ἀναπληροῦται
.
ἀναπληρόω
.
ἀναπληρῶν
.
ἀναπληρῶσαι
.
ἀναπληρώσατε
.
ἀναπληρώσετε
.
ἀναπληρώσῃ
.
ἀναπολόγητος
.
ἀναπολογήτους
.
ἀναπράσσω
.
ἀνάπτει
.
ἀναπτύξας
.
ἀναπτύσσω
.
ἀνάπτω
.
ἀναρίθμητος
.
ἀνασείει
.
ἀνασείω
.
ἀνασκευάζοντες
.
ἀνασκευάζω
.
ἀνασπάσει
.
ἀνασπάω
.
ἀνάστα
.
ἀναστὰν
.
ἀναστάντες
.
ἀναστάς
.
ἀναστὰς
.
ἀναστᾶσα
.
ἀναστάσει
.
ἀναστάσεως
.
ἀναστάσεώς
.
ἀνάστασιν
.
ἀνάστασις
.
ἀναστατοῦντες
.
ἀναστατόω
.
ἀναστατώσαντες
.
ἀναστατώσας
.
ἀνασταυροῦντας
.
ἀνασταυρόω
.
ἀναστενάζω
.
ἀναστενάξας
.
ἀναστῇ
.
ἀνάστηθι
.
ἀναστῆναι
.
ἀναστήσας
.
ἀναστήσει
.
ἀναστήσειν
.
ἀναστήσεται
.
ἀναστήσονται
.
ἀναστήσω
.
ἀναστράφητε
.
ἀναστρέφεσθαι
.
ἀναστρεφομένους
.
ἀναστρεφομένων
.
ἀναστρέφω
.
ἀναστρέψαντες
.
ἀναστρέψω
.
ἀναστροφαῖς
.
ἀναστροφή
.
ἀναστροφῇ
.
ἀναστροφήν
.
ἀναστροφὴν
.
ἀναστροφῆς
.
ἀναστῶσιν
.
ἀνασῴζω
.
ἀνατάξασθαι
.
ἀνατάσσομαι
.
ἀνατεθραμμένος
.
ἀνατείλαντος
.
ἀνατείλῃ
.
ἀνατέλλει
.
ἀνατέλλουσαν
.
ἀνατέλλω
.
ἀνατέταλκεν
.
ἀνατίθεμαι
.
ἀνατολή
.
ἀνατολὴ
.
ἀνατολῇ
.
ἀνατολῆς
.
ἀνατολικός
.
ἀνατολῶν
.
ἀνατρέπουσιν
.
ἀνατρέπω
.
ἀνατρέφω
.
ἀναφαίνεσθαι
.
ἀναφαίνω
.
ἀναφάναντες
.
ἀναφανέντες
.
ἀναφάνεντες
.
ἀναφέρει
.
ἀναφέρειν
.
ἀναφέρω
.
ἀναφέρωμεν
.
ἀναφωνέω
.
ἀναχθέντες
.
ἀναχθῆναι
.
ἀνάχυσιν
.
ἀνάχυσις
.
ἀναχωρεῖτε
.
ἀναχωρέω
.
ἀναχωρήσαντες
.
ἀναχωρησάντων
.
ἀναχωρήσας
.
ἀνάψαντες
.
ἀναψύξεως
.
ἀνάψυξις
.
ἀναψύχω
.
ἀνδία
.
ἄνδρα
.
ἀνδραποδισταῖς
.
ἀνδραποδιστής
.
ἄνδρας
.
ἀνδράσιν
.
Ἀνδρέᾳ
.
Ἀνδρέαν
.
Ἀνδρέας
.
Ἀνδρέου
.
ἄνδρες
.
ἀνδρί
.
ἀνδρὶ
.
ἀνδρίζεσθε
.
ἀνδρίζομαι
.
Ἀνδρόνικον
.
Ἀνδρόνικος
.
ἀνδρός
.
ἀνδρὸς
.
ἀνδροφόνοις
.
ἀνδροφόνος
.
ἀνδρῶν
.
ἀνεβαίνομεν
.
ἀνέβαινον
.
ἀνεβάλετο
.
ἀνέβη
.
ἀνέβημεν
.
ἀνέβην
.
ἀνέβησαν
.
ἀνέβλεψα
.
ἀνέβλεψαν
.
ἀνέβλεψεν
.
ἀνέβλεψέν
.
ἀνεβόησεν
.
ἀνεγίνωσκεν
.
ἀνεγκλησία
.
ἀνέγκλητοι
.
ἀνέγκλητον
.
ἀνέγκλητος
.
ἀνεγκλήτους
.
ἀνεγνωρίσθη
.
ἀνέγνωσαν
.
ἀνέγνωτε
.
ἀνέδειξεν
.
ἀνἔζησαν
.
ἀνέζησεν
.
ἀνεζήτουν
.
ἀνεθάλετε
.
ἀνεθεματίσαμεν
.
ἀνεθεμάτισαν
.
ἀνεθέμην
.
ἀνέθετο
.
ἀνέθη
.
ἀνεθρέψατο
.
ἀνεῖλαν
.
ἀνείλατε
.
ἀνείλατο
.
ἀνεῖλεν
.
ἀνεῖλες
.
ἀνείλετε
.
ἀνείλετο
.
ἀνεῖλον
.
ἀνείχεσθε
.
ἀνείχεσθέ
.
ἀνεκάθισεν
.
ἀνεκδιήγητος
.
ἀνεκδιηγήτῳ
.
ἀνέκειτο
.
ἀνεκλάλητος
.
ἀνεκλαλήτῳ
.
ἀνέκλειπτον
.
ἀνέκλειπτος
.
ἀνεκλίθη
.
ἀνέκλιναν
.
ἀνέκλινεν
.
ἀνέκοψεν
.
ἀνέκραγον
.
ἀνέκραξαν
.
ἀνέκραξεν
.
ἀνεκτοτερον
.
ἀνεκτότερον
.
ἀνεκτότερος
.
ἀνέκυψεν
.
ἀνελάβετε
.
ἀνελεήμονας
.
ἀνελεήμων
.
ἀνελεῖ
.
ἀνελεῖν
.
ἀνέλεος
.
ἀνελήμφθη
.
ἀνελήφθη
.
ἀνέλωσιν
.
ἀνεμιζομένῳ
.
ἀνεμίζω
.
ἀνεμνήσθη
.
ἄνεμοι
.
ἀνέμοις
.
ἄνεμον
.
ἄνεμος
.
ἀνέμου
.
ἀνέμους
.
ἀνέμῳ
.
ἀνέμων
.
ἀνένδεκτόν
.
ἀνένδεκτος
.
ἀνενέγκαι
.
ἀνενέγκας
.
ἀνενεγκεῖν
.
ἀνέντες
.
ἀνεξεραύνητα
.
ἀνεξερεύνητα
.
ἀνεξερεύνητος
.
ἀνεξίκακον
.
ἀνεξίκακος
.
ἀνεξιχνίαστοι
.
ἀνεξιχνίαστον
.
ἀνεξιχνίαστος
.
ἀνέξομαι
.
ἀνέξονται
.
ἀνέξω
.
ἀνεπαίσχυντον
.
ἀνεπαίσχυντος
.
ἀνέπαυσαν
.
ἀνέπεμψα
.
ἀνέπεμψά
.
ἀνέπεμψεν
.
ἀνέπεσαν
.
ἀνέπεσεν
.
ἀνέπεσον
.
ἀνεπίλημπτοι
.
ἀνεπίλημπτον
.
ἀνεπίληπτοι
.
ἀνεπίληπτον
.
ἀνεπίληπτος
.
ἀνεπλήρωσαν