Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
σφαγή-σώφρων
σφαγή
.
σφαγὴν
.
σφαγῆς
.
σφάγια
.
σφάγιον
.
σφάζω
.
σφάξουσιν
.
σφάξωσιν
.
σφόδρα
.
σφοδρῶς
.
σφραγῖδα
.
σφραγῖδας
.
σφραγίδων
.
σφραγίζω
.
σφραγίζωμεν
.
σφραγὶς
.
σφραγίς
.
σφραγισάμενος
.
σφραγίσαντες
.
σφραγίσεται
.
σφραγίσῃς
.
σφραγῖσιν
.
σφράγισον
.
σφραγίσωμεν
.
σφυδρά
.
σφυδρόν
.
σφυρά
.
σφῦρα
.
σφυρόν
.
σχεδὸν
.
σχεδόν
.
σχῆμα
.
σχήματι
.
σχῆτε
.
σχίζει
.
σχιζομένους
.
σχίζω
.
σχίσας
.
σχίσει
.
σχίσμα
.
σχίσματα
.
σχίσωμεν
.
σχοινία
.
σχοινίον
.
σχοινίων
.
σχολάζητε
.
σχολάζοντα
.
σχολάζω
.
σχολάσητε
.
σχολή
.
σχολῇ
.
σχῶ
.
σχῶμεν
.
σῷ
.
σώζει
.
σῴζει
.
σώζειν
.
σῴζειν
.
σώζεσθαι
.
σῴζεσθαι
.
σῶζεσθαι
.
σώζεσθε
.
σῴζεσθε
.
σῴζεται
.
σώζετε
.
σῴζετε
.
σωζόμενοι
.
σῳζόμενοι
.
σῳζομένοις
.
σωζομένους
.
σῳζομένους
.
σωζομένων
.
σώζω
.
σωθῇ
.
σωθῆναι
.
σωθήσεται
.
σωθήσῃ
.
σωθήσομαι
.
σωθησόμεθα
.
σωθῆτε
.
σώθητε
.
σωθῶ
.
σωθῶσιν
.
σῶμα
.
σῶμά
.
σώμασιν
.
σώματα
.
σώματι
.
σώματί
.
σωματικὴ
.
σωματικός
.
σωματικῷ
.
σωματικῶς
.
σώματος
.
σώματός
.
σωμάτων
.
Σώπατρος
.
σωρεύσεις
.
σωρεύω
.
σῶσαι
.
Σωσάννα
.
σώσαντος
.
σώσας
.
σωσάτω
.
σώσει
.
σώσεις
.
Σωσθένην
.
Σωσθένης
.
Σωσίπατρος
.
σῶσον
.
σῶσόν
.
σώσω
.
σώσων
.
σωτὴρ
.
σωτήρ
.
σωτῆρα
.
σωτῆρι
.
σωτῆρί
.
σωτηρία
.
σωτηρίαν
.
σωτηρίας
.
σωτήριον
.
σωτήριόν
.
σωτήριος
.
σωτηρίου
.
σωτῆρος
.
σώφρονα
.
σώφρονας
.
σωφρονεῖν
.
σωφρονέω
.
σωφρονήσατε
.
σωφρονίζουσιν
.
σωφρονίζω
.
σωφρονίζωσι
.
σωφρονίζωσιν
.
σωφρονισμός
.
σωφρονισμοῦ
.
σωφρονοῦμεν
.
σωφρονοῦντα
.
σωφρόνως
.
σωφροσύνη
.
σωφροσύνης
.
σώφρων
.