Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
πόνον-προβάτων
πόνον
.
πόνος
.
πόνου
.
Ποντικὸν
.
Ποντικός
.
Πόντιος
.
Ποντίου
.
Ποντίῳ
.
Πόντον
.
Πόντος
.
Πόντου
.
πόνων
.
Πόπλιος
.
Ποπλίου
.
Ποπλίῳ
.
πορεία
.
πορείαις
.
πορείαν
.
πορεύεσθαι
.
πορεύεσθε
.
πορεύεται
.
πορευθεὶς
.
πορευθεῖσα
.
πορευθεῖσαι
.
πορευθέντα
.
πορευθέντες
.
πορευθέντι
.
πορευθῇ
.
πορευθῆναι
.
πορευθῆτε
.
πορεύθητε
.
πορεύθητι
.
πορευθῶ
.
πορευθῶσιν
.
πορεύομαι
.
πορευομέναι
.
πορευόμεναι
.
πορευομένη
.
πορευόμενοι
.
πορευομένοις
.
πορευόμενον
.
πορευόμενος
.
πορευομένου
.
πορευομένους
.
πορευομένῳ
.
πορευομένων
.
πορεύου
.
πορεύσεται
.
πορεύσῃ
.
πορεύσομαι
.
πορευσόμεθα
.
πορεύσονται
.
πορευσώμεθα
.
πορευω
.
πορεύωμαι
.
πορθέω
.
πορθήσας
.
πορισμὸν
.
πορισμὸς
.
πορισμός
.
Πόρκιον
.
Πόρκιος
.
πόρναι
.
πορνεία
.
πορνείᾳ
.
πορνεῖαι
.
πορνείαν
.
πορνείας
.
πορνεῦσαι
.
πορνεύσαντες
.
πορνεύω
.
πορνεύωμεν
.
πορνεύων
.
πόρνη
.
πόρνῃ
.
πόρνην
.
πόρνης
.
πόρνοι
.
πόρνοις
.
πόρνος
.
πόρνους
.
πορνῶν
.
πόρρω
.
πόῤῥω
.
πόρρωθεν
.
πόῤῥωθεν
.
πορρώτερον
.
ποῤῥώτερον
.
πορρωτέρω
.
πορφύρα
.
πορφύρᾳ
.
πορφύραν
.
πορφύρας
.
πορφυρόπωλις
.
πορφυροῦ
.
πορφυροῦν
.
πορφυροῦς
.
πόσα
.
πόσαι
.
ποσάκις
.
πόσας
.
πόσει
.
πόσην
.
ποσὶν
.
ποσίν
.
πόσις
.
πόσοι
.
πόσον
.
πόσος
.
πόσους
.
πόσῳ
.
πόσων
.
ποταμοὶ
.
ποταμὸν
.
ποταμόν
.
ποταμὸς
.
ποταμός
.
ποταμοῦ
.
ποταμοὺς
.
ποταμοφόρητον
.
ποταμοφόρητος
.
ποταμῷ
.
ποταμῶν
.
ποταπαὶ
.
ποταπὴ
.
ποταπὴν
.
ποταποὶ
.
ποταπὸς
.
ποταπός
.
ποταποὺς
.
ποτε
.
ποτὲ
.
ποτέ
.
πότε
.
πότερον
.
πότερος
.
ποτὴριον
.
ποτήριον
.
ποτήριόν
.
ποτηρίου
.
ποτηρίῳ
.
ποτηρίων
.
πότιζε
.
ποτίζει
.
ποτίζω
.
ποτίζων
.
Ποτίολοι
.
Ποτιόλους
.
ποτίσῃ
.
πότοις
.
πότος
.
που
.
πού
.
ποῦ
.
Πούδης
.
πούς
.
πρᾶγμα
.
πραγματεία
.
πραγματείαις
.
πραγματεύομαι
.
πραγματεύσασθαι
.
πραγματεύσασθε
.
πράγματι
.
πράγματος
.
πραγμάτων
.
πρᾳεῖς
.
πρᾳέος
.
πραέως
.
πραθὲν
.
πραθῆναι
.
πραιτώριον
.
πραιτωρίῳ
.
πράκτορι
.
πράκτωρ
.
πρᾶξαι
.
πράξαντες
.
πραξάντων
.
πράξας
.
πράξει
.
πράξεις
.
πράξεσιν
.
πράξετε
.
πράξῃς
.
πρᾶξιν
.
πρᾶξις
.
πρᾷος
.
πρᾷός
.
πρᾳότης
.
πρᾳότητα
.
πρᾳότητι
.
πρᾶότητι
.
πρᾳότητος
.
πρασιά
.
πρασιαὶ
.
πρασιαί
.
πράσσει
.
πράσσειν
.
πράσσεις
.
πράσσετε
.
πράσσῃς
.
πράσσοντας
.
πράσσοντες
.
πράσσοντι
.
πράσσουσι
.
πράσσουσιν
.
πράσσω
.
πράσσων
.
πράττειν
.
πράττουσιν
.
πραϋπάθειαν
.
πραϋπαθίαν
.
πραῢς
.
πραΰς
.
πρᾳΰτης
.
πραΰτητα
.
πραΰτητι
.
πρᾳΰτητι
.
πρᾳΰτητος
.
πρέπει
.
πρέπον
.
πρέπω
.
πρεσβεία
.
πρεσβείαν
.
πρεσβεύομεν
.
πρεσβεύω
.
πρεσβύτας
.
πρεσβυτέρας
.
πρεσβυτέριον
.
πρεσβυτερίου
.
πρεσβύτεροι
.
πρεσβυτέροις
.
πρεσβύτερος
.
πρεσβυτέρου
.
πρεσβυτέρους
.
πρεσβυτέρῳ
.
πρεσβυτέρων
.
πρεσβύτης
.
πρεσβύτιδας
.
πρεσβῦτις
.
πρηνὴς
.
πρίζω
.
πρὶν
.
πρίν
.
Πρίσκα
.
Πρίσκαν
.
Πρίσκιλλα
.
Πρίσκιλλαν
.
πρὸ
.
προαγαγεῖν
.
προαγαγὼν
.
προάγει
.
προάγειν
.
προάγοντες
.
προάγουσαι
.
προαγούσας
.
προαγούσης
.
προάγουσιν
.
προάγω
.
προάγων
.
προαιρεῖται
.
προαιρέομαι
.
προαιρέω
.
προαιτιάομαι
.
προακούω
.
προαμαρτάνω
.
προάξω
.
προαύλιον
.
προβαίνω
.
προβαλλόντων
.
προβάλλω
.
προβαλόντων
.
προβάλωσιν
.
προβὰς
.
πρόβατα
.
πρόβατά
.
προβάτιά
.
προβατικῇ
.
προβατικός
.
προβάτιον
.
πρόβατον
.
πρόβατόν
.
προβάτου
.
προβάτων
.