Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
πρωτοκαθεδρία-πῶς
πρωτοκαθεδρία
.
πρωτοκαθεδρίαν
.
πρωτοκαθεδρίας
.
πρωτοκλισία
.
πρωτοκλισίαν
.
πρωτοκλισίας
.
πρώτον
.
πρῶτον
.
πρῶτόν
.
πρῶτος
.
πρῶτός
.
πρωτοστάτην
.
πρωτοστάτης
.
πρωτότοκα
.
πρωτοτόκια
.
πρωτότοκον
.
πρωτότοκος
.
πρωτοτόκων
.
πρώτου
.
πρώτους
.
πρώτῳ
.
πρώτων
.
πταίει
.
πταίομεν
.
πταίσει
.
πταίσῃ
.
πταίσητέ
.
πταίω
.
πτέρνα
.
πτέρναν
.
πτέρυγας
.
πτέρυγες
.
πτερύγιον
.
πτερύγων
.
πτέρυξ
.
πτηνόν
.
πτηνῶν
.
πτοέω
.
πτοηθέντες
.
πτοηθῆτε
.
πτόησιν
.
πτόησις
.
Πτολεμαΐδα
.
Πτολεμαΐς
.
πτύξας
.
πτύον
.
πτυρόμενοι
.
πτύρω
.
πτύσας
.
πτύσμα
.
πτύσματος
.
πτύσσω
.
πτύω
.
πτῶμα
.
πτώματα
.
πτῶματα
.
πτῶσιν
.
πτῶσις
.
πτωχὰ
.
πτωχεία
.
πτωχείᾳ
.
πτωχείαν
.
πτωχεύω
.
πτωχὴ
.
πτωχοὶ
.
πτωχοί
.
πτωχοῖς
.
πτωχὸν
.
πτωχόν
.
πτωχὸς
.
πτωχός
.
πτωχοὺς
.
πτωχούς
.
πτωχῷ
.
πτωχῶν
.
πυγμή
.
πυγμῇ
.
πυθέσθαι
.
πυθόμενος
.
πύθων
.
πύθωνα
.
πύθωνος
.
πυκνὰ
.
πυκνά
.
πυκνάς
.
πυκνός
.
πυκνότερον
.
πυκτεύω
.
πυκτέω
.
πύλαι
.
πύλας
.
πύλη
.
πύλῃ
.
πύλην
.
πύλης
.
πυλών
.
πυλῶνα
.
πυλῶνας
.
πυλῶνες
.
πυλῶνος
.
πυλώνων
.
πυλῶσιν
.
πυνθάνεσθαι
.
πυνθάνομαι
.
πῦρ
.
πυρά
.
πυρὰν
.
πυράν
.
πύργον
.
πύργος
.
πυρέσσουσα
.
πυρέσσουσαν
.
πυρέσσω
.
πυρετοῖς
.
πυρετὸς
.
πυρετός
.
πυρετῷ
.
πυρὶ
.
πυρί
.
πύρινος
.
πυρίνους
.
πυρὸς
.
πυρός
.
πυροῦμαι
.
πυρούμενοι
.
πυροῦσθαι
.
πυρόω
.
πυρράζει
.
πυῤῥάζει
.
πυῤῥάζω
.
Πύρρος
.
πυρρὸς
.
πυρρός
.
πυῤῥὸς
.
πυῤῥός
.
πύρρου
.
πύῤῥου
.
πυρώσει
.
πυρώσεως
.
πύρωσις
.
πωλεῖ
.
πωλεῖται
.
πωλέω
.
πωλῆσαι
.
πωλήσας
.
πωλήσατε
.
πωλησάτω
.
πωλήσει
.
πώλησον
.
πώλησόν
.
πῶλον
.
πῶλος
.
πωλούμενον
.
πωλοῦνται
.
πωλοῦντας
.
πωλοῦντες
.
πωλούντων
.
πωλοῦσιν
.
πώποτε
.
πωρόω
.
πωρώσει
.
πώρωσιν
.
πώρωσις
.
πως
.
πῶς
.