Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
προσαναβαίνω-προσκαρτερῶν
προσαναβαίνω
.
προσανάβηθι
.
προσαναλίσκω
.
προσαναλόω
.
προσαναλώσασα
.
προσαναπληροῦσα
.
προσαναπληρόω
.
προσανατίθημι
.
προσανεθέμην
.
προσανέθεντο
.
προσανεπλήρωσαν
.
προσαπειλέω
.
προσαπειλησάμενοι
.
προσδαπανάω
.
προσδαπανήσῃς
.
προσδεξάμενοι
.
προσδέξησθε
.
προσδέομαι
.
προσδεόμενός
.
προσδέχεσθε
.
προσδέχεται
.
προσδέχομαι
.
προσδεχόμενοι
.
προσδεχομένοις
.
προσδεχόμενος
.
προσδέχονται
.
προσδοκᾷ
.
προσδοκάω
.
προσδοκία
.
προσδοκίας
.
προσδοκῶμεν
.
προσδοκῶν
.
προσδοκῶντας
.
προσδοκῶντες
.
προσδοκῶντος
.
προσδοκώντων
.
προσδραμὼν
.
προσεάω
.
προσεγγίζω
.
προσεγγίσαι
.
προσεδέξασθε
.
προσεδέχετο
.
προσεδόκων
.
προσεδρεύοντες
.
προσεδρεύω
.
προσέθετο
.
προσέθηκεν
.
προσειργάσατο
.
προσεῖχον
.
προσεῖχόν
.
προσεκαλέσατο
.
προσεκλήθη
.
προσεκληρώθησαν
.
προσεκλίθη
.
προσεκολλήθη
.
προσέκοψαν
.
προσεκύλισεν
.
προσεκύνει
.
προσεκύνησαν
.
προσεκύνησεν
.
προσεκύνουν
.
προσελάβετο
.
προσελάβοντο
.
προσεληλύθατε
.
πρόσελθε
.
προσελθόντες
.
προσελθόντων
.
προσελθοῦσα
.
προσελθοῦσαι
.
προσελθὼν
.
προσενέγκαι
.
προσενέγκας
.
προσένεγκε
.
προσενέγκῃ
.
προσένεγκον
.
προσενεχθεὶς
.
προσενήνοχεν
.
προσέπεσαν
.
προσέπεσεν
.
προσέπεσον
.
προσέπιπτεν
.
προσέπιπτον
.
προσεποιεῖτο
.
προσεποιήσατο
.
προσεργάζομαι
.
προσέρηξεν
.
προσέρρηξεν
.
προσέρχεσθαι
.
προσέρχεται
.
προσέρχομαι
.
προσερχόμενοι
.
προσερχόμενον
.
προσερχομένου
.
προσερχομένους
.
προσέρχονται
.
προσερχώμεθα
.
προσέσχηκεν
.
προσέταξεν
.
προσέταξέν
.
προσετέθη
.
προσετέθησαν
.
προσετίθει
.
προσετίθεντο
.
πρόσευξαι
.
προσευξάμενοι
.
προσευξάμενος
.
προσεύξασθαι
.
προσευξάσθωσαν
.
προσεύξηται
.
προσεύξομαι
.
προσευξόμεθα
.
προσεύξωμαι
.
προσευξώμεθα
.
προσευχαὶ
.
προσευχαί
.
προσευχαῖς
.
προσευχὰς
.
προσευχάς
.
προσεύχεσθαι
.
προσεύχεσθε
.
προσευχέσθω
.
προσεύχεται
.
προσευχὴ
.
προσευχή
.
προσευχῇ
.
προσεύχῃ
.
προσευχὴν
.
προσευχήν
.
προσευχῆς
.
προσεύχησθε
.
προσεύχομαι
.
προσευχόμεθα
.
προσευχομένη
.
προσευχόμενοι
.
προσεύχομενοι
.
προσευχόμενον
.
προσευχόμενος
.
προσευχομένου
.
προσεύχονται
.
προσεύχωμαι
.
προσευχῶν
.
προσέφερεν
.
προσέφερον
.
προσεφώνει
.
προσεφώνησεν
.
πρόσεχε
.
προσέχειν
.
προσέχετε
.
προσέχοντας
.
προσέχοντες
.
προσέχω
.
προσεῶντος
.
προσῆλθαν
.
προσῆλθάν
.
προσῆλθε
.
προσῆλθεν
.
προσῆλθον
.
προσῆλθόν
.
προσηλόω
.
προσήλυτοι
.
προσήλυτον
.
προσήλυτος
.
προσηλύτων
.
προσηλώσας
.
προσήνεγκα
.
προσήνεγκαν
.
προσηνέγκατέ
.
προσήνεγκεν
.
προσηνέχθη
.
προσηνέχθησαν
.
προσηργάσατο
.
προσήρχοντο
.
προσηυξάμεθα
.
προσηύξαντο
.
προσηύξατο
.
προσηύχετο
.
προσήχθη
.
προσθεῖναι
.
προσθεὶς
.
πρόσθες
.
προσθῆναι
.
πρόσκαιρα
.
πρόσκαιροί
.
πρόσκαιρον
.
πρόσκαιρος
.
πρόσκαιρός
.
προσκαλεῖται
.
προσκαλέομαι
.
προσκαλεσάμενοι
.
προσκαλεσάμενος
.
προσκαλεσάμενός
.
προσκαλεσάσθω
.
προσκαλέσηται
.
προσκαλεω
.
προσκαρτερεῖτε
.
προσκαρτερέω
.
προσκαρτερῇ
.
προσκαρτερήσει
.
προσκαρτέρησις
.
προσκαρτερήσομεν
.
προσκαρτεροῦντες
.
προσκαρτερούντων
.
προσκαρτερῶν
.