Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
προβεβηκότες-προσαιτῶν
προβεβηκότες
.
προβεβηκυῖα
.
προβιβάζω
.
προβιβασθεῖσα
.
προβλέπω
.
προβλεψαμένου
.
προγεγονότων
.
προγεγραμμένοι
.
προγίνομαι
.
προγινώσκοντες
.
προγινώσκοντές
.
προγινώσκω
.
προγνώσει
.
πρόγνωσιν
.
πρόγνωσις
.
προγόνοις
.
πρόγονος
.
προγόνων
.
προγράφω
.
πρόδηλα
.
πρόδηλά
.
πρόδηλοί
.
πρόδηλον
.
πρόδηλος
.
προδίδωμι
.
προδόται
.
προδότης
.
προδραμὼν
.
πρόδρομος
.
προεβίβασαν
.
προέγνω
.
προεγνωσμένου
.
προεγράφη
.
προέγραψα
.
προέδραμεν
.
προέδωκεν
.
προεθέμην
.
προέθετο
.
προεῖδον
.
προείδω
.
προείπαμεν
.
προεῖπε
.
προεῖπεν
.
προείπομεν
.
προεῖπον
.
προείρηκα
.
προειρήκαμεν
.
προείρηκεν
.
προειρηκέναι
.
προειρημένων
.
προείρηται
.
προέκοπτεν
.
προέκοπτον
.
προέκοψεν
.
προέλαβεν
.
προελέγομεν
.
προελεύσεται
.
προελθόντες
.
προελθὼν
.
προέλθωσιν
.
προελπίζω
.
προενάρχομαι
.
προενήρξασθε
.
προενήρξατο
.
προεπαγγέλλομαι
.
προεπαγγέλλω
.
προέπεμπον
.
προεπηγγείλατο
.
προεπηγγελμένην
.
προέπω
.
προερέω
.
προέρχομαι
.
προεστῶτες
.
προέτειναν
.
προέτεινεν
.
προετοιμάζω
.
προευαγγελίζομαι
.
προευηγγελίσατο
.
προεφήτευον
.
προεφητεύσαμεν
.
προεφήτευσαν
.
προεφήτευσεν
.
προέφθασεν
.
προεχειρίσατό
.
προέχομαι
.
προεχόμεθα
.
προέω
.
προεωρακότες
.
προήγαγον
.
προῆγεν
.
προηγέομαι
.
προηγούμενοι
.
προηκούσατε
.
προῆλθον
.
προηλπικότας
.
προημαρτηκόσιν
.
προημαρτηκότων
.
προῄρηται
.
προήρχετο
.
προῃτιασάμεθα
.
προητοίμασεν
.
προθέσει
.
προθέσεως
.
πρόθεσιν
.
πρόθεσις
.
προθέσμια
.
προθεσμίας
.
προθυμία
.
προθυμίαν
.
προθυμίας
.
πρόθυμον
.
πρόθυμος
.
προθύμως
.
προϊδοῦσα
.
προϊδὼν
.
πρόϊμον
.
πρόϊμος
.
προϊστάμενοι
.
προϊστάμενον
.
προϊστάμενος
.
προϊσταμένους
.
προΐστασθαι
.
προΐστημι
.
προκαλέομαι
.
προκαλεω
.
προκαλούμενοι
.
προκαταγγείλαντας
.
προκαταγγέλλω
.
προκαταρτίζω
.
προκαταρτίσωσι
.
προκαταρτίσωσιν
.
προκατήγγειλαν
.
προκατήγγειλεν
.
προκατηγγελμένην
.
πρόκειμαι
.
προκειμένης
.
προκείμενον
.
πρόκεινται
.
πρόκειται
.
προκεκηρυγμένον
.
προκεκυρωμένην
.
προκεχειρισμένον
.
προκεχειροτονημένοι
.
προκεχειροτονημένοις
.
προκηρύξαντος
.
προκηρύσσω
.
προκοπὴ
.
προκοπὴν
.
προκόπτω
.
προκόψουσιν
.
πρόκριμα
.
προκρίματος
.
προκυρόω
.
προλαμβάνει
.
προλαμβάνω
.
προλέγω
.
προλημφθῇ
.
προληφθῇ
.
προμαρτύρομαι
.
προμαρτυρόμενον
.
προμελετᾶν
.
προμελετᾷν
.
προμελετάω
.
προμεριμνᾶτε
.
προμεριμνάω
.
προνοεῖ
.
προνοεῖται
.
προνοέω
.
πρόνοια
.
πρόνοιαν
.
προνοίας
.
προνοοῦμεν
.
προνοούμενοι
.
προνοοῦμενοι
.
προοράω
.
προορίζω
.
προορίσας
.
προορισθέντες
.
προορώμην
.
προπαθόντες
.
προπάσχω
.
προπάτορα
.
προπάτωρ
.
προπεμπόντων
.
προπέμπω
.
προπεμφθέντες
.
προπεμφθῆναι
.
προπέμψας
.
προπέμψατε
.
προπέμψητε
.
πρόπεμψον
.
προπετεῖς
.
προπετὲς
.
προπετής
.
προπορεύομαι
.
προπορεύσῃ
.
προπορεύσονται
.
πρὸς
.
πρός
.
προσάββατον
.
προσάγαγε
.
προσαγαγεῖν
.
προσαγάγῃ
.
προσαγαγόντες
.
προσάγειν
.
προσαγορευθεὶς
.
προσαγορεύω
.
προσάγω
.
προσαγωγή
.
προσαγωγὴν
.
προσαιτέω
.
προσαίτης
.
προσαιτῶν
.