Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
περικεφαλαία-πίητε
περικεφαλαία
.
περικεφαλαίαν
.
περικρατεῖς
.
περικρατής
.
περικρύβω
.
περικρύπτω
.
περικυκλόω
.
περικυκλώσουσίν
.
περιλάμπω
.
περιλάμψαν
.
περιλείπομαι
.
περιλειπόμενοι
.
περιλείπω
.
περίλυπον
.
περίλυπος
.
περίλυπός
.
περιμένειν
.
περιμένω
.
πέριξ
.
περιοικέω
.
περίοικοι
.
περίοικος
.
περιοικοῦντας
.
περιούσιον
.
περιούσιος
.
περιοχὴ
.
περιπατεῖ
.
περιπάτει
.
περιπατεῖν
.
περιπατεῖς
.
περιπατεῖτε
.
περιπατείτω
.
περιπατέω
.
περιπατῇ
.
περιπατῆσαι
.
περιπατήσαντες
.
περιπατήσει
.
περιπατήσῃ
.
περιπατήσουσιν
.
περιπατήσωμεν
.
περιπατῆτε
.
περιπατοῦμεν
.
περιπατοῦντα
.
περιπατοῦντας
.
περιπατοῦντες
.
περιπατοῦντι
.
περιπατοῦντος
.
περιπατοῦσιν
.
περιπατῶμεν
.
περιπατῶν
.
περιπείρω
.
περιπεπατήκει
.
περιπέσητε
.
περιπεσόντες
.
περιπίπτω
.
περιποιέομαι
.
περιποιέω
.
περιποιήσασθαι
.
περιποιήσεως
.
περιποίησιν
.
περιποίησις
.
περιποιοῦνται
.
περιρήγνυμι
.
περιρήξαντες
.
περιρραίνω
.
περιρρήγνυμι
.
περιρρήξαντες
.
περισπάω
.
περισσεία
.
περισσείαν
.
περισσεύει
.
περισσεύειν
.
περισσεύετε
.
περισσεύῃ
.
περισσεύητε
.
περισσευθήσεται
.
περίσσευμα
.
περισσεύματα
.
περισσεύματος
.
περισσεύομεθα
.
περισσεύομεν
.
περισσεῦον
.
περισσεύονται
.
περισσεύοντες
.
περισσεύοντος
.
περισσεύουσα
.
περισσεύουσιν
.
περισσεύσαι
.
περισσεῦσαι
.
περισσεῦσαν
.
περισσεύσαντα
.
περισσεύσῃ
.
περισσεύω
.
περισσὸν
.
περισσόν
.
περισσός
.
περισσοτέρᾳ
.
περισσοτέραν
.
περισσότερον
.
περισσότερόν
.
περισσότερος
.
περισσοτέρως
.
περισσοῦ
.
περισσῶς
.
περιστερά
.
περιστεραί
.
περιστερὰν
.
περιστερὰς
.
περιστεράς
.
περιστερῶν
.
περιτεμεῖν
.
περιτέμνειν
.
περιτέμνεσθαι
.
περιτεμνέσθω
.
περιτέμνετε
.
περιτέμνησθε
.
περιτεμνόμενοι
.
περιτεμνομένῳ
.
περιτέμνω
.
περιτετμημένοι
.
περιτετμημένος
.
περιτιθέασιν
.
περιτίθεμεν
.
περιτίθημι
.
περιτμηθῆναι
.
περιτμηθῆτε
.
περιτομὴ
.
περιτομή
.
περιτομῇ
.
περιτομὴν
.
περιτομήν
.
περιτομῆς
.
περιτρέπει
.
περιτρέπω
.
περιτρέχω
.
περιφέρειν
.
περιφέρεσθε
.
περιφερόμεναι
.
περιφερόμενοι
.
περιφέροντες
.
περιφέρω
.
περιφρονείτω
.
περιφρονέω
.
περίχωρον
.
περίχωρος
.
περιχώρου
.
περιχώρῳ
.
περίψημα
.
περίψωμα
.
περπερεύεται
.
περπερεύομαι
.
Περσίδα
.
Περσίς
.
πέρυσι
.
πέσατε
.
πεσεῖν
.
πεσεῖται
.
πέσετε
.
πέσῃ
.
πέσητε
.
πεσόν
.
πεσόντα
.
πεσόντας
.
πεσόντες
.
πεσοῦνται
.
πεσὼν
.
πέσωσιν
.
πετεινὰ
.
πετεινόν
.
πετεινῶν
.
πέτηται
.
πέτομαι
.
πετομένοις
.
πετόμενον
.
πετομένου
.
πετομένῳ
.
πέτρα
.
πέτρᾳ
.
πέτραι
.
πέτραις
.
πέτραν
.
πέτρας
.
Πέτρε
.
Πέτρον
.
Πέτρος
.
Πέτρου
.
Πέτρῳ
.
πετρῶδες
.
πετρώδη
.
πετρώδης
.
πετωμένοις
.
πετώμενον
.
πετωμένου
.
πετωμένῳ
.
πεφανερώμεθα
.
πεφανερῶσθαι
.
πεφανέρωται
.
πεφιλήκατε
.
πεφίμωσο
.
πεφορτισμένοι
.
πεφυσιωμένοι
.
πεφυσιωμένων
.
πεφυτευμένην
.
πεφωτισμένους
.
πηγαὶ
.
πήγανον
.
πηγὰς
.
πηγὴ
.
πηγῇ
.
πηγῆς
.
πήγνυμι
.
πηδάλιον
.
πηδαλίου
.
πηδαλίων
.
πηλίκοις
.
πηλίκος
.
πηλὸν
.
πηλός
.
πηλοῦ
.
πήρα
.
πήραν
.
πήρας
.
πῆχυν
.
πῆχυς
.
πηχῶν
.
πιάζω
.
πιάσαι
.
πιάσας
.
πιάσωσιν
.
πίε
.
πιέζω
.
πιεῖν
.
πίειν
.
πίεσαι
.
πίεσθε
.
πίεται
.
πίετε
.
πίῃ
.
πίητε
.