Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
πενιχρὰν-περικεκαλυμμένην
πενιχρὰν
.
πενιχρός
.
πεντάκις
.
πεντακισχίλιοι
.
πεντακισχιλίους
.
πεντακισχιλίων
.
πεντακόσια
.
πεντακόσιοι
.
πεντακοσίοις
.
πέντε
.
πεντεκαιδέκατος
.
πεντεκαιδεκάτῳ
.
πεντήκοντα
.
πεντηκοντατριῶν
.
Πεντηκοστή
.
Πεντηκοστῆς
.
πεπαιδευμένος
.
πεπαλαίωκεν
.
πέπαυται
.
πεπειραμένον
.
πεπειρασμένον
.
πέπεισμαι
.
πεπείσμεθα
.
πεπεισμένος
.
πεπελεκισμένων
.
πεπιεσμένον
.
πεπίστευκα
.
πεπιστεύκαμεν
.
πεπίστευκας
.
πεπιστεύκατε
.
πεπιστεύκεισαν
.
πεπίστευκεν
.
πεπιστευκόσιν
.
πεπιστευκότας
.
πεπιστευκότες
.
πεπιστευκότων
.
πεπιστευκὼς
.
πεπίστευμαι
.
πεπλανημένοις
.
πεπλάνησθε
.
πεπλάτυνται
.
πεπληροφορημένοι
.
πεπληροφορημένων
.
πεπληρώκατε
.
πεπλήρωκεν
.
πεπληρωκέναι
.
πεπλήρωμαι
.
πεπληρωμένα
.
πεπληρωμένη
.
πεπληρωμένην
.
πεπληρωμένοι
.
πεπληρωμένους
.
πεπλήρωται
.
πεπλούτηκα
.
πεποίηκα
.
πεποιήκαμεν
.
πεποιήκατε
.
πεποιήκεισαν
.
πεποίηκεν
.
πεποιηκέναι
.
πεποιηκόσιν
.
πεποιηκότες
.
πεποιηκότος
.
πεποιηκώς
.
πεποιημένων
.
πέποιθα
.
πεποίθαμεν
.
πέποιθάς
.
πέποιθεν
.
πεποιθέναι
.
πεποιθήσει
.
πεποίθησιν
.
πεποίθησις
.
πεποιθότας
.
πεποιθότες
.
πεποιθὼς
.
πεπολίτευμαι
.
πεπόνθασιν
.
πέπονθεν
.
πεπορευμένους
.
πεπότικεν
.
πεπραγμένον
.
πέπρακεν
.
πεπραμένος
.
πέπραχά
.
πεπραχέναι
.
πέπτωκαν
.
πέπτωκας
.
πεπτώκασιν
.
πέπτωκες
.
πεπτωκότα
.
πεπτωκυῖαν
.
πεπυρωμένα
.
πεπυρωμένης
.
πεπυρωμένοι
.
πεπυρωμένον
.
πεπυρωμένῳ
.
πέπωκαν
.
πέπωκεν
.
πεπώρωκεν
.
πεπωρωμένη
.
πεπωρωμένην
.
περ
.
περαιτέρω
.
πέραν
.
πέρας
.
πέρατα
.
περάτων
.
Πέργαμον
.
Πέργαμος
.
Περγάμῳ
.
Πέργη
.
Πέργῃ
.
Πέργην
.
Πέργης
.
περὶ
.
περί
.
περιάγειν
.
περιάγετε
.
περιάγω
.
περιάγων
.
περιαιρεῖται
.
περιαιρέω
.
περιάπτω
.
περιαστράπτω
.
περιαστράψαι
.
περιαψάντων
.
περιβαλεῖται
.
περιβάλῃ
.
περιβάληται
.
περιβάλλω
.
περιβαλοῦ
.
περιβαλοῦσιν
.
περιβαλώμεθα
.
περιβαλὼν
.
περιβεβλημένη
.
περιβεβλημένοι
.
περιβεβλημένον
.
περιβεβλημένος
.
περιβεβλημένους
.
περιβλέπω
.
περιβλεψάμενοι
.
περιβλεψάμενος
.
περιβόλαιον
.
περιβολαίου
.
περιδέω
.
περιδραμόντες
.
περιεβάλετέ
.
περιεβάλετο
.
περιεβάλομεν
.
περιέβαλον
.
περιεβλέπετο
.
περιεδέδετο
.
περιέδραμον
.
περιεζωσμέναι
.
περιεζωσμένοι
.
περιεζωσμένον
.
περιέθηκαν
.
περιέθηκεν
.
περιέκρυβεν
.
περιέλαμψεν
.
περιελεῖν
.
περιελθόντες
.
περιελόντες
.
περιεπάτει
.
περιεπάτεις
.
περιεπατήσαμεν
.
περιεπατήσατε
.
περιεπατήσατέ
.
περιεπάτησεν
.
περιεπάτουν
.
περιέπειραν
.
περιέπεσεν
.
περιεποιήσατο
.
περίεργα
.
περιεργάζομαι
.
περιεργαζομένους
.
περίεργοι
.
περίεργος
.
περιέρχομαι
.
περιερχόμεναι
.
περιερχομένων
.
περιεσπᾶτο
.
περιέστησαν
.
περιεστῶτα
.
περιέσχεν
.
περιέτεμεν
.
περιετμήθητε
.
περιέχει
.
περιέχουσαν
.
περιέχω
.
περιζώννυμι
.
περιζωννύω
.
περίζωσαι
.
περίζῶσαι
.
περιζωσάμενοι
.
περιζωσάμενος
.
περιζώσεται
.
περιῆγεν
.
περιῆλθον
.
περιῃρεῖτο
.
περιήστραψεν
.
περιθεὶς
.
περιθείς
.
περιθέντες
.
περιθέσεως
.
περίθεσις
.
περιΐστασο
.
περιΐστημι
.
περικάθαρμα
.
περικαθάρματα
.
περικαλύπτειν
.
περικαλύπτω
.
περικαλύψαντες
.
περίκειμαι
.
περικείμενον
.
περίκειται
.
περικεκαλυμμένην
.