Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
παροικεῖς-πενθήσουσιν
παροικεῖς
.
παροικέω
.
παροικία
.
παροικίᾳ
.
παροικίας
.
πάροικοι
.
πάροικον
.
πάροικος
.
παροίκους
.
παροιμία
.
παροιμίαις
.
παροιμίαν
.
παροιμίας
.
πάροινον
.
πάροινος
.
παροίχομαι
.
παρόμοια
.
παρομοιάζετε
.
παρομοιάζω
.
παρόμοιος
.
παρὸν
.
παρόντες
.
παρόντος
.
παροξύνεται
.
παροξύνω
.
παροξυσμὸν
.
παροξυσμὸς
.
παροξυσμός
.
παροργίζετε
.
παροργίζω
.
παροργισμός
.
παροργισμῷ
.
παροργιῶ
.
παροτρύνω
.
παρούσῃ
.
παρουσία
.
παρουσίᾳ
.
παρουσίαν
.
παρουσίας
.
παροῦσιν
.
παροψίδος
.
παροψίς
.
παρρησία
.
παρρησίᾳ
.
παῤῥησία
.
παῤῥησίᾳ
.
παρρησιάζεσθαι
.
παῤῥησιάζεσθαι
.
παῤῥησιάζομαι
.
παρρησιαζόμενοι
.
παῤῥησιαζόμενοι
.
παρρησιαζόμενος
.
παῤῥησιαζόμενος
.
παρρησίαν
.
παῤῥησίαν
.
παρρησίας
.
παῤῥησίας
.
παρρησιασάμενοι
.
παῤῥησιασάμενοί
.
παρρησιάσωμαι
.
παῤῥησιάσωμαι
.
παρῴκησεν
.
παρὼν
.
παρών
.
παρωξύνετο
.
παρώτρυναν
.
παρῳχημέναις
.
παρ’
.
πᾶς
.
πᾶσα
.
πᾶσαι
.
πάσαις
.
πάσαν
.
πᾶσαν
.
πᾶσάν
.
πάσας
.
πάσῃ
.
πάσης
.
πᾶσι
.
πάσιν
.
πᾶσιν
.
πάσχα
.
πάσχει
.
πάσχειν
.
πάσχετε
.
πασχέτω
.
πάσχοιτε
.
πάσχομεν
.
πάσχοντες
.
πάσχω
.
πάσχων
.
πασῶν
.
πατάξαι
.
πατάξας
.
πατάξῃ
.
πατάξομεν
.
πατάξω
.
Πάταρα
.
πατάσσῃ
.
πατάσσω
.
πατεῖ
.
πατεῖν
.
πάτερ
.
πατὲρα
.
πατέρα
.
πατέρας
.
πατέρες
.
πατέρων
.
πατέω
.
πατὴρ
.
πατήρ
.
πατήσουσιν
.
Πάτμος
.
Πάτμῳ
.
πατουμένη
.
πατραλῴαις
.
πατραλῴας
.
πατράσιν
.
πατρὶ
.
πατρί
.
πατριὰ
.
πατριαὶ
.
πατριάρχαι
.
πατριάρχας
.
πατριάρχης
.
πατριάρχου
.
πατριᾶς
.
πατρίδα
.
πατρίδι
.
πατρικός
.
πατρικῶν
.
πατρίς
.
Πατροβᾶν
.
Πατρόβαν
.
Πατροβᾶς
.
πατρολῴαις
.
πατρολῴας
.
πατροπαράδοτος
.
πατροπαραδότου
.
πατρὸς
.
πατρός
.
πατρῴοις
.
πατρῷος
.
πατρῴου
.
πατρῴῳ
.
παύεται
.
Παῦλε
.
Παῦλον
.
Παῦλος
.
Παύλου
.
Παῦλου
.
Παύλῳ
.
παύομαι
.
παυόμεθα
.
παύσασθαι
.
παυσάτω
.
παύσῃ
.
παύσονται
.
παύω
.
Πάφος
.
Πάφου
.
παχύνω
.
πέδαις
.
πέδας
.
πέδη
.
πεδινός
.
πεδινοῦ
.
πεζεύειν
.
πεζεύω
.
πεζῇ
.
πεζός
.
πειθαρχεῖν
.
πειθαρχέω
.
πειθαρχήσαντάς
.
πειθαρχοῦσιν
.
πείθεις
.
πείθεσθαι
.
πείθεσθε
.
πειθοῖ
.
πειθοῖς
.
πείθομαι
.
πειθόμεθα
.
πείθομεν
.
πειθομένοις
.
πειθομένου
.
πειθός
.
πείθω
.
πείθων
.
Πειλᾶτον
.
Πειλᾶτος
.
Πειλάτου
.
Πειλάτῳ
.
πεῖν
.
πεινᾷ
.
πεινᾶν
.
πεινᾷν
.
πεινάσετε
.
πεινάσῃ
.
πεινάσουσιν
.
πεινάω
.
πεινῶμεν
.
πεινῶντα
.
πεινῶντας
.
πεινῶντες
.
πεῖρα
.
πειράζει
.
πειράζεται
.
πειράζετε
.
πειράζῃ
.
πειράζομαι
.
πειραζομένοις
.
πειραζόμενος
.
πειράζοντες
.
πειράζω
.
πειράζων
.
πεῖραν
.
πειράομαι
.
πειράσαι
.
πειρασθείς
.
πειρασθῆναι
.
πειρασθῇς
.
πειρασθῆτε
.
πειρασμοῖς
.
πειρασμὸν
.
πειρασμόν
.
πειρασμὸς
.
πειρασμός
.
πειρασμοῦ
.
πειρασμῷ
.
πειρασμῶν
.
πειράω
.
πείσαντες
.
πείσας
.
πεισθέντες
.
πεισθῇς
.
πεισθήσονται
.
πεισμονὴ
.
πείσομεν
.
πελάγει
.
πέλαγος
.
πελεκίζω
.
πέμπει
.
πέμπειν
.
πεμπομένοις
.
πέμποντα
.
πέμπουσιν
.
πέμπτην
.
πέμπτος
.
πέμπω
.
πεμφθέντες
.
πέμψαι
.
πέμψαντα
.
πέμψαντά
.
πέμψαντες
.
πέμψαντί
.
πέμψαντος
.
πέμψαντός
.
πέμψας
.
πέμψασιν
.
πέμψει
.
πέμψῃς
.
πέμψον
.
πέμψουσιν
.
πέμψω
.
πένης
.
πένησιν
.
πενθεῖν
.
πενθερὰ
.
πενθερὰν
.
πενθεράν
.
πενθερᾶς
.
πενθερὸς
.
πενθέω
.
πενθήσατε
.
πενθήσετε
.
πενθήσουσιν
.
πενθήσοῦσιν
.