Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
παρασχὼν-παρόδῳ
παρασχὼν
.
παρατείνω
.
παρατηρεῖσθε
.
παρατηρέω
.
παρατηρήσαντες
.
παρατηρήσεως
.
παρατήρησις
.
παρατηρούμενοι
.
παρατίθεμαι
.
παρατίθεμαί
.
παρατιθέμενα
.
παρατιθέμενον
.
παρατιθέμενος
.
παρατιθέναι
.
παρατιθέσθωσαν
.
παρατίθημι
.
παρατιθῶσιν
.
παρατυγχάνοντας
.
παρατυγχάνω
.
παραυτίκα
.
παραφέρεσθε
.
παραφερόμεναι
.
παραφέρω
.
παραφρονέω
.
παραφρονία
.
παραφρονίαν
.
παραφρονῶν
.
παραχειμάζω
.
παραχειμάσαι
.
παραχειμασία
.
παραχειμασίαν
.
παραχειμάσω
.
παραχρῆμα
.
παραχρῆμά
.
παρδάλει
.
πάρδαλις
.
παρεβάλομεν
.
παρέβη
.
παρεβιάσαντο
.
παρεβιάσατο
.
παρεγένετο
.
παρεγενόμην
.
παρεγένοντο
.
παρεγίνοντο
.
παρεδέχθησαν
.
παρεδίδετο
.
παρεδίδοσαν
.
παρεδίδοτο
.
παρεδίδου
.
παρεδίδουν
.
παρεδόθη
.
παρεδόθην
.
παρεδόθητε
.
παρέδοσαν
.
παρεδρεύοντες
.
παρέδωκα
.
παρεδώκαμεν
.
παρέδωκαν
.
παρέδωκάν
.
παρέδωκας
.
παρεδώκατε
.
παρέδωκεν
.
παρέθεντο
.
παρεθεωροῦντο
.
παρέθηκαν
.
παρέθηκεν
.
παρέθηκέν
.
πάρει
.
παρειμένας
.
πάρειμι
.
παρεῖναι
.
παρεῖναί
.
παρεισάγω
.
παρείσακτος
.
παρεισάκτους
.
παρεισάξουσιν
.
παρεισδύνω
.
παρεισέδυσαν
.
παρεισενέγκαντες
.
παρεισέρχομαι
.
παρεισῆλθεν
.
παρεισῆλθον
.
πάρεισιν
.
παρειστήκεισαν
.
παρεισφέρω
.
παρεῖχαν
.
παρεῖχεν
.
παρείχετο
.
παρεῖχον
.
παρεκάλει
.
παρεκάλεσα
.
παρεκάλεσά
.
παρεκάλεσαν
.
παρεκάλεσάς
.
παρεκάλεσεν
.
παρεκάλεσέν
.
παρεκαλοῦμεν
.
παρεκάλουν
.
παρεκλήθη
.
παρεκλήθημεν
.
παρεκλήθησαν
.
παρεκτὸς
.
παρεκτός
.
παρέκυψεν
.
παρέλαβε
.
παρέλαβεν
.
παρέλαβες
.
παρελάβετε
.
παρέλαβον
.
παρελάβοσαν
.
παρελέγοντο
.
παρελεύσεται
.
παρελεύσονται
.
παρεληλυθέναι
.
παρεληλυθὼς
.
παρελθάτω
.
παρελθεῖν
.
παρελθέτω
.
παρέλθῃ
.
παρελθόντες
.
παρελθὼν
.
παρέλθωσιν
.
παρεμβάλλω
.
παρεμβαλοῦσιν
.
παρεμβολὰς
.
παρεμβολή
.
παρεμβολὴν
.
παρεμβολήν
.
παρεμβολῆς
.
παρενέγκαι
.
παρένεγκε
.
παρενεγκεῖν
.
παρενοχλεῖν
.
παρενοχλέω
.
παρέξει
.
παρέξῃ
.
παρεπίδημοί
.
παρεπιδήμοις
.
παρεπίδημος
.
παρεπιδήμους
.
παρεπίκραναν
.
παρεπορεύοντο
.
παρέρχεσθε
.
παρέρχεται
.
παρέρχομαι
.
πάρεσιν
.
πάρεσις
.
παρεσκευασμένοι
.
παρεσκεύασται
.
πάρεσμεν
.
παρέσται
.
πάρεστε
.
παρέστη
.
παρέστῃ
.
παρέστηκεν
.
παρεστηκόσιν
.
παρεστηκότων
.
παρεστηκὼς
.
παρέστησαν
.
παρεστήσατε
.
παρέστησεν
.
πάρεστιν
.
παρεστῶσιν
.
παρεστῶτα
.
παρεστῶτες
.
παρεστώτων
.
παρέσχον
.
παρέτεινέν
.
παρετηροῦν
.
παρετήρουν
.
παρετηροῦντο
.
πάρεχε
.
παρέχειν
.
παρέχεσθε
.
παρέχετε
.
παρεχέτω
.
παρεχόμενος
.
παρέχοντι
.
παρέχουσι
.
παρέχουσιν
.
παρέχω
.
παρηγγείλαμεν
.
παρήγγειλαν
.
παρήγγειλεν
.
παρήγγελλεν
.
παρηγγέλλομεν
.
παρηγγελμένα
.
παρῆγεν
.
παρηγορία
.
παρηκολούθηκας
.
παρηκολούθηκάς
.
παρηκολουθηκότι
.
παρηκολούθησάς
.
παρῆλθεν
.
παρῆλθον
.
παρήνει
.
παρῄνει
.
παρῆσαν
.
παρῃτημένον
.
παρῃτήσαντο
.
παρῃτοῦντο
.
παρθενία
.
παρθενίας
.
παρθένοι
.
παρθένοις
.
παρθένον
.
παρθένος
.
παρθένου
.
παρθένων
.
Πάρθοι
.
Πάρθος
.
παρίημι
.
παριστάνετε
.
παρίστημι
.
παρίστησιν
.
Παρμενᾶν
.
Παρμενᾶς
.
πάροδος
.
παρόδῳ
.