Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
παγίδα-παραδέχου
παγίδα
.
παγιδεύσωσιν
.
παγιδεύω
.
παγίδος
.
παγὶς
.
παγίς
.
πάγον
.
πάγος
.
πάγου
.
πάθει
.
παθεῖν
.
πάθη
.
πάθῃ
.
πάθημα
.
παθήμασιν
.
παθήματα
.
παθημάτων
.
παθητὸς
.
παθόντας
.
παθόντος
.
πάθος
.
παθοῦσα
.
παθὼν
.
παῖδα
.
παῖδά
.
παιδαγωγόν
.
παιδαγωγὸς
.
παιδαγωγοὺς
.
παιδαρίοις
.
παιδάριον
.
παῖδας
.
παιδεία
.
παιδείᾳ
.
παιδείαν
.
παιδείας
.
παιδεύει
.
παιδευθῶσι
.
παιδευθῶσιν
.
παιδευόμεθα
.
παιδευόμενοι
.
παιδεύοντα
.
παιδεύουσα
.
παιδεύσας
.
παιδευτὰς
.
παιδευτάς
.
παιδευτὴν
.
παιδευτής
.
παιδεύω
.
παιδία
.
παιδίαν
.
παιδίας
.
παιδιόθεν
.
παιδίοις
.
παιδίον
.
παιδίου
.
παιδίσκας
.
παιδίσκη
.
παιδίσκην
.
παιδίσκης
.
παιδισκῶν
.
παιδίων
.
παιδὸς
.
παιδός
.
παίδων
.
παίζειν
.
παίζω
.
παῖς
.
παίσας
.
παίσῃ
.
παισὶν
.
παίω
.
Πακατιανή
.
Πακατιανῆς
.
πάλαι
.
παλαιά
.
παλαιᾷ
.
παλαιὰν
.
παλαιάν
.
παλαιᾶς
.
παλαιὸν
.
παλαιόν
.
παλαιὸς
.
παλαιότης
.
παλαιότητι
.
παλαιοῦ
.
παλαιούμενα
.
παλαιούμενον
.
παλαιούς
.
παλαιόω
.
παλαιῷ
.
παλαιωθήσονται
.
πάλη
.
παλιγγενεσία
.
παλιγγενεσίᾳ
.
παλιγγενεσίας
.
πάλιν
.
παλινγενεσίᾳ
.
παλινγενεσίας
.
παμπληθεὶ
.
παμπληθεί
.
παμπολλοῦ
.
παμπόλλου
.
πάμπολυς
.
Παμφυλία
.
Παμφυλίαν
.
Παμφυλίας
.
πᾶν
.
πανδοκίον
.
πανδοχεῖ
.
πανδοχεῖον
.
πανδοχεύς
.
πανηγύρει
.
πανήγυρις
.
πανοικεὶ
.
πανοικεί
.
πανοικὶ
.
πανοικί
.
πανοπλία
.
πανοπλίαν
.
πανουργία
.
πανουργίᾳ
.
πανουργίαν
.
πανοῦργος
.
πάντα
.
πάντας
.
πανταχῆ
.
πανταχῇ
.
πανταχόθεν
.
πανταχοῦ
.
παντελὲς
.
παντελές
.
παντελής
.
παντές
.
πάντες
.
πάντη
.
πάντῃ
.
παντὶ
.
παντί
.
πάντοθεν
.
παντοκράτορος
.
παντοκράτωρ
.
παντὸς
.
παντός
.
πάντοτε
.
πάντοτέ
.
πάντων
.
πάντως
.
παῤ
.
παρὰ
.
παρά
.
παραβαίνετε
.
παραβαίνουσιν
.
παραβαίνω
.
παραβαίνων
.
παραβάλλω
.
παραβάλωμεν
.
παραβάσει
.
παραβάσεων
.
παραβάσεως
.
παράβασις
.
παραβάται
.
παραβάτην
.
παραβάτης
.
παραβιάζομαι
.
παραβολαῖς
.
παραβολὰς
.
παραβολάς
.
παραβολεύομαι
.
παραβολευσάμενος
.
παραβολὴ
.
παραβολή
.
παραβολῇ
.
παραβολὴν
.
παραβολήν
.
παραβολής
.
παραβολῆς
.
παραβουλεύομαι
.
παραβουλευσάμενος
.
παραγγείλαντες
.
παραγγείλας
.
παραγγείλῃς
.
παραγγελία
.
παραγγελίᾳ
.
παραγγελίαν
.
παραγγελίας
.
παράγγελλε
.
παραγγέλλει
.
παραγγέλλειν
.
παραγγέλλομεν
.
παραγγέλλω
.
παραγγέλλων
.
παράγει
.
παραγείνεται
.
παραγενόμενοι
.
παραγενόμενον
.
παραγενόμενος
.
παραγενόμενός
.
παραγενομένου
.
παραγενομένους
.
παραγένωμαι
.
παραγένωνται
.
παράγεται
.
παραγίνεται
.
παραγίνομαι
.
παράγοντά
.
παράγοντι
.
παράγω
.
παράγων
.
παραδεδομένοι
.
παραδέδοται
.
παραδεδώκεισαν
.
παραδεδωκόσι
.
παραδεδωκόσιν
.
παραδειγματίζοντας
.
παραδειγματίζω
.
παραδειγματίσαι
.
παράδεισον
.
παράδεισος
.
παραδείσου
.
παραδείσῳ
.
παραδέξονταί
.
παραδέχεσθαι
.
παραδέχεται
.
παραδέχομαι
.
παραδέχονται
.
παραδέχου
.