Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
κατέχεεν-κελεύω
κατέχεεν
.
κατέχειν
.
κατέχετε
.
κατέχον
.
κατέχοντες
.
κατεχόντων
.
κατέχουσιν
.
κατέχω
.
κατέχωμεν
.
κατέχων
.
κατήγαγον
.
κατηγγείλαμεν
.
κατήγγειλαν
.
κατηγγέλη
.
κατήγγελλον
.
κατηγορεῖν
.
κατηγορεῖσθαι
.
κατηγορεῖται
.
κατηγορεῖτε
.
κατηγορείτωσαν
.
κατηγορέω
.
κατηγορῆσαι
.
κατηγορήσουσιν
.
κατηγορήσω
.
κατηγορήσωσιν
.
κατηγορία
.
κατηγορίᾳ
.
κατηγορίαν
.
κατήγοροι
.
κατήγοροί
.
κατηγόροις
.
κατήγορος
.
κατηγοροῦμεν
.
κατηγορούμενος
.
κατηγόρουν
.
κατηγοροῦντες
.
κατηγορούντων
.
κατηγόρους
.
κατηγοροῦσιν
.
κατηγοροῦσίν
.
κατηγορῶν
.
κατηγωνίσαντο
.
κατήγωρ
.
κατήλθαμεν
.
κατῆλθεν
.
κατῆλθέν
.
κατήλθομεν
.
κατῆλθον
.
κατηλλάγημεν
.
κατήνεγκα
.
κατήντηκεν
.
κατηντήσαμεν
.
κατήντησαν
.
κατήντησεν
.
κατηξιώθησαν
.
κατηραμένοι
.
κατηράσω
.
κατηργάσατο
.
κατηργήθημεν
.
κατηργήθητε
.
κατήργηκα
.
κατήργηται
.
κατηριθμημένος
.
κατηρτίσθαι
.
κατηρτισμένα
.
κατηρτισμένοι
.
κατηρτισμένος
.
κατηρτίσω
.
κατῃσχύνθην
.
κατῃσχύνοντο
.
κατηυλόγει
.
κατήφεια
.
κατήφειαν
.
κατηχέω
.
κατηχήθης
.
κατηχήθησαν
.
κατηχημένος
.
κατήχηνται
.
κατηχήσω
.
κατήχθημεν
.
κατηχούμενος
.
κατηχοῦντι
.
κατιόω
.
κατίσχυον
.
κατισχύσητε
.
κατισχύσουσιν
.
κατισχύω
.
κατίωται
.
κατοικεῖ
.
κατοικεῖν
.
κατοικεῖς
.
κατοικεῖτε
.
κατοικέω
.
κατοικῆσαι
.
κατοικήσαντι
.
κατοικήσας
.
κατοίκησιν
.
κατοίκησις
.
κατοικητήριον
.
κατοικία
.
κατοικίας
.
κατοικίζω
.
κατοικοῦντας
.
κατοικοῦντες
.
κατοικοῦντι
.
κατοικούντων
.
κατοικοῦσιν
.
κατοικῶν
.
κατοπτρίζομαι
.
κατοπτριζόμενοι
.
κατόρθωμα
.
κατορθωμάτων
.
κάτω
.
κατῴκησεν
.
κατῴκισεν
.
κατώτερα
.
κατώτερος
.
κατωτέρω
.
κατ’
.
Καῦδα
.
καυθήσομαι
.
καυθήσωμαι
.
καῦμα
.
καυματίζω
.
καυματίσαι
.
καῦσιν
.
καῦσις
.
καυσούμενα
.
καυσόω
.
καυστηριάζω
.
καύσων
.
καύσωνα
.
καύσωνι
.
καυτηριάζω
.
καυχάομαι
.
καυχᾶσαι
.
καυχᾶσθαι
.
καυχᾶσθε
.
καυχάσθω
.
καύχημα
.
καύχημά
.
καυχήματος
.
καυχήσασθαι
.
καυχήσεως
.
καυχήσηται
.
καύχησιν
.
καύχησις
.
καυχήσομαι
.
καυχησόμεθα
.
καυχήσωμαι
.
καυχήσωνται
.
καυχῶμαι
.
καυχώμεθα
.
καυχώμενοι
.
καυχώμενος
.
καυχωμένους
.
καυχῶνται
.
Καφαρναοὺμ
.
Καφαρναούμ
.
Κεγχρεαί
.
Κεγχρεαῖς
.
Κέδρου
.
Κεδρὼν
.
Κεδρών
.
Κέδρων
.
κεῖμαι
.
κείμεθα
.
κείμενα
.
κείμεναι
.
κειμένη
.
κειμένην
.
κείμενον
.
κειμένος
.
κείμενος
.
κειράμενος
.
κείραντος
.
κείρασθαι
.
κειράσθω
.
κειρία
.
κειρίαις
.
κείροντος
.
κείρω
.
Κείς
.
κεῖται
.
κεκαθαρισμένους
.
κεκαθαρμένους
.
κεκάθικεν
.
κεκαλυμμένον
.
κεκαυμένῳ
.
κεκαυστηριασμένων
.
κεκαυτηριασμένων
.
κεκαύχημαι
.
κεκένωται
.
κεκερασμένου
.
κεκλεισμένον
.
κεκλεισμένων
.
κέκλεισται
.
κέκληκεν
.
κεκληκότι
.
κεκληκώς
.
κεκλημένοι
.
κεκλημένοις
.
κεκλημένος
.
κεκλημένους
.
κεκλημένων
.
κεκληρονόμηκεν
.
κέκληται
.
κέκληταί
.
κέκλικεν
.
κέκμηκας
.
κεκοιμημένων
.
κεκοίμηται
.
κεκοίνωκεν
.
κεκοινωμένους
.
κεκοινώνηκεν
.
κεκονιαμένε
.
κεκονιαμένοις
.
κεκοπίακα
.
κεκοπίακας
.
κεκοπιάκασιν
.
κεκοπιάκατε
.
κεκοπίακες
.
κεκοπιακὼς
.
κεκορεσμένοι
.
κεκοσμημένην
.
κεκοσμημένοι
.
κεκοσμημένον
.
κεκόσμηται
.
κέκραγεν
.
κεκράξονται
.
κεκρατηκέναι
.
κεκράτηνται
.
κέκρικα
.
κεκρίκατέ
.
κεκρίκει
.
κέκρικεν
.
κεκριμένα
.
κέκριται
.
κεκρυμμένα
.
κεκρυμμένον
.
κεκρυμμένος
.
κεκρυμμένου
.
κεκρυμμένῳ
.
κέκρυπται
.
κεκυρωμένην
.
κελεύεις
.
κέλευμα
.
κελεύσαντες
.
κελεύσαντος
.
κελεύσας
.
κελεύσματι
.
κέλευσον
.
κέλευσόν
.
κελεύω
.