Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
θά-θέρος
θα
.
θά
.
Θαδδαῖον
.
Θαδδαῖος
.
θάλασσα
.
θαλάσσαν
.
θάλασσαν
.
θαλάσσῃ
.
θαλάσσης
.
θάλπει
.
θάλπῃ
.
θάλπω
.
Θάμαρ
.
θαμάρ
.
θαμβέω
.
θάμβος
.
θάμβους
.
θαμβῶν
.
θανάσιμόν
.
θανάσιμος
.
θάνατε
.
θανατήφορος
.
θανατηφόρου
.
θανάτοις
.
θάνατον
.
θάνατος
.
θάνατός
.
θανάτου
.
θανατούμεθα
.
θανατούμενοι
.
θανατοῦτε
.
θανατόω
.
θανάτῳ
.
θανατωθεὶς
.
θανατῶσαι
.
θανατώσουσιν
.
θανατώσωσιν
.
θάπτω
.
Θάρα
.
Θάρρα
.
θαῤῥέω
.
θαρρῆσαι
.
θαῤῥῆσαι
.
θαρροῦμεν
.
θαῤῥοῦμεν
.
θαρροῦντας
.
θαῤῥοῦντας
.
θαρροῦντες
.
θαῤῥοῦντες
.
θαρρῶ
.
θαῤῥῶ
.
θάρσει
.
θαρσεῖτε
.
θαρσέω
.
θάρσος
.
θαῦμα
.
θαυμάζειν
.
θαυμάζετε
.
θαυμάζητε
.
θαυμάζοντες
.
θαυμαζόντων
.
θαυμάζω
.
θαυμάζων
.
θαυμάσαι
.
θαυμάσαντες
.
θαυμάσατε
.
θαυμάσῃς
.
θαυμασθῆναι
.
θαυμασθήσονται
.
θαυμάσια
.
θαυμάσιος
.
θαυμάσονται
.
θαυμαστὰ
.
θαυμαστὴ
.
θαυμαστὸν
.
θαυμαστόν
.
θαυμαστός
.
θάψαι
.
θαψάντων
.
θεά
.
θεαθῆναι
.
θεὰν
.
θεάομαι
.
θεᾶς
.
θεασάμενοι
.
θεασαμένοις
.
θεασάμενος
.
θεάσασθαι
.
θεάσασθε
.
θεατριζόμενοι
.
θεατρίζω
.
θέατρον
.
θεέ
.
θείας
.
θεῖναι
.
θεῖον
.
θεῖος
.
θειότης
.
θείου
.
θεὶς
.
θείῳ
.
θειώδεις
.
θειώδης
.
θέλει
.
θέλειν
.
θέλεις
.
θέλετε
.
θέλετέ
.
θέλῃ
.
θέλημα
.
θέλημά
.
θελήματα
.
θελήματά
.
θελήματι
.
θελήματος
.
θέλῃς
.
θελήσαντάς
.
θελήσῃ
.
θέλησιν
.
θέλησις
.
θελήσω
.
θελήσωσιν
.
θέλητε
.
θέλοι
.
θέλομεν
.
θέλοντα
.
θέλοντας
.
θέλοντες
.
θέλοντές
.
θέλοντι
.
θέλοντί
.
θέλοντος
.
θελόντων
.
θέλουσιν
.
θέλω
.
θέλων
.
θέλωσι
.
θέλωσιν
.
θεμέλια
.
θεμέλιοι
.
θεμέλιον
.
θεμέλιος
.
θεμελίου
.
θεμελίους
.
θεμελιόω
.
θεμελίῳ
.
θεμελιώσαι
.
θεμελιώσει
.
θέμενος
.
θέντες
.
θέντος
.
θεοδίδακτοί
.
θεοδίδακτος
.
θεοὶ
.
θεοί
.
θεοῖς
.
θεολόγος
.
θεομαχέω
.
θεομάχοι
.
θεομάχος
.
θεομαχωμεν
.
θεομαχῶμεν
.
θεὸν
.
θεόν
.
θεόπνευστος
.
θεὸς
.
θεός
.
θεοσέβεια
.
θεοσέβειαν
.
θεοσεβὴς
.
θεοστυγεῖς
.
θεοστυγής
.
θεότης
.
θεότητος
.
θεοῦ
.
θεοὺς
.
θεούς
.
Θεόφιλε
.
Θεόφιλος
.
θεραπεία
.
θεραπείαν
.
θεραπείας
.
θεραπεύει
.
θεραπεύειν
.
θεραπεύεσθαι
.
θεραπεύεσθε
.
θεραπεύεται
.
θεραπεύετε
.
θεραπευθῆναι
.
θεραπεύοντες
.
θεραπεῦσαι
.
θεραπεύσει
.
θεράπευσον
.
θεραπεύσω
.
θεραπεύω
.
θεραπεύων
.
θεράπων
.
θερίζειν
.
θερίζεις
.
θερίζουσιν
.
θερίζω
.
θερίζων
.
θερίσαι
.
θερισάντων
.
θερίσει
.
θερισμὸν
.
θερισμόν
.
θερισμὸς
.
θερισμός
.
θερισμοῦ
.
θερίσομεν
.
θέρισον
.
θερισταὶ
.
θερισταῖς
.
θεριστής
.
θερμαίνεσθε
.
θερμαινόμενον
.
θερμαινόμενος
.
θερμαίνω
.
θέρμη
.
θέρμης
.
θέρος
.