Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
εὐσεβείᾳ-ἕως
εὐσεβείᾳ
.
εὐσέβεια
.
εὐσεβείαις
.
εὐσέβειαν
.
εὐσεβείας
.
εὐσεβεῖν
.
εὐσεβεῖς
.
εὐσεβεῖτε
.
εὐσεβέω
.
εὐσεβῆ
.
εὐσεβὴς
.
εὐσεβής
.
εὐσεβῶς
.
εὔσημον
.
εὔσημος
.
εὔσπλαγχνοι
.
εὔσπλαγχνος
.
εὔσχημον
.
εὐσχήμονα
.
εὐσχήμονας
.
εὐσχημόνων
.
εὐσχημόνως
.
εὐσχημοσύνη
.
εὐσχημοσύνην
.
εὐσχήμων
.
εὐτόνως
.
εὐτραπελία
.
Εὔτυχος
.
εὔφημα
.
εὐφημία
.
εὐφημίας
.
εὔφημος
.
εὐφορέω
.
εὐφόρησεν
.
εὐφραίνεσθαι
.
εὐφραίνεσθε
.
εὐφραινόμενος
.
εὐφραίνονται
.
εὐφραίνοντο
.
εὐφραίνου
.
εὐφραίνω
.
εὐφραίνων
.
εὐφράνθη
.
εὐφρανθῆναι
.
εὐφρανθήσονται
.
εὐφράνθητε
.
εὐφράνθητι
.
εὐφρανθῶ
.
εὐφρανθῶμεν
.
Εὐφράτῃ
.
Εὐφράτην
.
Εὐφράτης
.
εὐφροσύνη
.
εὐφροσύνης
.
εὐχαριστεῖ
.
εὐχαριστεῖν
.
εὐχαριστεῖς
.
εὐχαριστεῖτε
.
εὐχαριστέω
.
εὐχαριστηθῇ
.
εὐχαρίστησαν
.
εὐχαριστήσαντος
.
εὐχαριστήσας
.
εὐχαρίστησεν
.
εὐχαριστία
.
εὐχαριστίᾳ
.
εὐχαριστίαν
.
εὐχαριστίας
.
εὐχαριστιῶν
.
εὐχάριστοι
.
εὐχάριστος
.
εὐχαριστοῦμεν
.
εὐχαριστοῦμέν
.
εὐχαριστοῦντες
.
εὐχαριστῶ
.
εὐχαριστῶν
.
εὔχεσθε
.
εὐχὴ
.
εὐχὴν
.
εὐχήν
.
εὐχόμαι
.
εὔχομαι
.
εὔχομαί
.
εὐχόμεθα
.
εὐχόμην
.
εὔχοντο
.
εὔχρηστον
.
εὔχρηστος
.
εὐψυχέω
.
εὐψυχῶ
.
εὐωδία
.
Εὐωδίαν
.
εὐωδίας
.
εὐώνυμον
.
εὐώνυμος
.
εὐωνύμων
.
εὐωνύμῶν
.
ἔφαγεν
.
ἐφάγετε
.
ἐφάγομεν
.
ἔφαγον
.
ἐφάλλομαι
.
ἐφαλλόμενος
.
ἐφαλόμενος
.
ἐφανερώθη
.
ἐφανερώθησαν
.
ἐφανέρωσά
.
ἐφανέρωσεν
.
ἐφάνη
.
ἐφάνησαν
.
ἐφάπαξ
.
ἔφασκεν
.
ἐφείσατο
.
ἔφερεν
.
ἐφερόμεθα
.
ἔφερον
.
ἐφέροντο
.
Ἐφέσίνης
.
Ἐφεσῖνος
.
Ἐφέσιοι
.
Ἐφέσιον
.
Ἐφέσιος
.
Εφέσιους
.
Ἐφεσίων
.
Ἔφεσον
.
Ἔφεσος
.
Ἐφέσου
.
ἐφέστηκεν
.
ἐφεστὼς
.
ἐφεστῶτα
.
Ἐφέσῳ
.
ἐφευρετὰς
.
ἐφευρετής
.
ἔφη
.
ἐφημερία
.
ἐφημερίας
.
ἐφήμερος
.
ἐφημέρου
.
ἐφθάσαμεν
.
ἔφθασεν
.
ἐφθείραμεν
.
ἔφθειρεν
.
ἐφικέσθαι
.
ἐφικνέομαι
.
ἐφικνούμενοι
.
ἐφίλει
.
ἐφιμώθη
.
ἐφίμωσεν
.
ἐφίσταται
.
ἐφίστημι
.
ἐφοβεῖτο
.
ἐφοβήθη
.
ἐφοβήθησαν
.
ἐφοβούμην
.
ἐφοβοῦντο
.
ἐφονεύσατε
.
ἐφορέσαμεν
.
Ἐφραὶμ
.
Ἐφραίμ
.
Ἐφραῒμ
.
ἔφραξαν
.
ἐφρονεῖτε
.
ἐφρόνουν
.
ἐφρούρει
.
ἐφρουρούμεθα
.
ἐφρύαξαν
.
ἔφυγεν
.
ἔφυγον
.
ἐφύλαξα
.
ἐφυλαξάμην
.
ἐφύλαξαμην
.
ἐφυλάξατε
.
ἐφύλαξεν
.
ἐφυσιώθησάν
.
ἐφύτευον
.
ἐφύτευσα
.
ἐφύτευσεν
.
εφφαθα
.
ἐφφαθά
.
ἐφώνει
.
ἐφώνησαν
.
ἐφώνησε
.
ἐφώνησεν
.
ἐφώτισεν
.
ἐφωτίσθη
.
ἐφ’
.
ἔχαιρεν
.
ἔχαιρον
.
ἐχαλάσθην
.
ἐχάρη
.
ἐχάρημεν
.
ἐχάρην
.
ἐχάρησαν
.
ἐχάρητε
.
ἐχαρίσατο
.
ἐχαρίσθη
.
ἐχαρίτωσεν
.
ἔχε
.
ἔχει
.
ἔχειν
.
ἔχεις
.
ἔχετε
.
ἔχετέ
.
ἐχέτω
.
ἔχῃ
.
ἔχητε
.
ἔχῆτε
.
ἐχθὲς
.
ἔχθρα
.
ἔχθρᾳ
.
ἔχθραι
.
ἔχθραν
.
ἐχθρὲ
.
ἐχθροὶ
.
ἐχθροί
.
ἐχθρὸν
.
ἐχθρόν
.
ἐχθρὸς
.
ἐχθρός
.
ἐχθροῦ
.
ἐχθροὺς
.
ἐχθρούς
.
ἐχθρῶν
.
ἔχιδνα
.
ἐχιδνῶν
.
ἐχλεύαζον
.
ἔχοι
.
ἔχοιεν
.
ἔχομεν
.
ἐχόμενα
.
ἐχομένας
.
ἐχομένῃ
.
ἔχον
.
ἔχοντα
.
ἔχοντά
.
ἔχοντας
.
ἔχοντες
.
ἔχοντι
.
ἔχοντος
.
ἐχόντων
.
ἐχορτάσθησαν
.
ἐχορτάσθητε
.
ἔχουσα
.
ἔχουσαι
.
ἐχούσαις
.
ἔχουσαν
.
ἐχούσῃ
.
ἐχούσης
.
ἔχουσι
.
ἔχουσιν
.
ἐχρηματίσθη
.
ἐχρησάμεθα
.
ἐχρησάμην
.
ἔχρισας
.
ἔχρισεν
.
ἔχρισέν
.
ἐχρῶντο
.
ἔχω
.
ἔχωμεν
.
ἔχῶμεν
.
ἔχων
.
ἐχωρίσθη
.
ἔχωσι
.
ἔχωσιν
.
ἐψευδομαρτύρουν
.
ἐψεύσω
.
ἐψηλάφησαν
.
ἑώρακα
.
ἑωράκαμεν
.
ἑώρακαν
.
ἑώρακας
.
ἑώρακάς
.
ἑωράκασιν
.
ἑώρακασιν
.
ἑωράκατε
.
ἑωράκατέ
.
ἑωράκει
.
ἑώρακεν
.
ἑώρακέν
.
ἑωρακέναι
.
ἑωρακότες
.
ἑωρακὼς
.
ἑώρων
.
ἕως
.