Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
δεῦτε-διαλύω
δεῦτε
.
δευτέρα
.
δευτέρᾳ
.
δευτεραῖοι
.
δευτεραῖος
.
δευτέραν
.
δευτέρας
.
δεύτερον
.
δευτερόπρωτος
.
δευτεροπρώτῳ
.
δεύτερος
.
δεύτερός
.
δευτέρου
.
δευτέρῳ
.
δέχεται
.
δέχηται
.
δέχομαι
.
δεχόμενος
.
δέχονται
.
δέχωνται
.
δέω
.
δὴ
.
δή
.
δηλαυγῶς
.
δηλοῖ
.
δῆλον
.
δῆλόν
.
δῆλος
.
δηλοῦντος
.
δηλόω
.
δηλώσας
.
δηλώσει
.
Δημᾶς
.
δημηγορέω
.
Δημήτριος
.
Δημητρίῳ
.
δημιουργὸς
.
δῆμον
.
δῆμος
.
δημοσίᾳ
.
δημόσιος
.
δήμῳ
.
δηνάρια
.
δηνάριον
.
δηναρίου
.
δηναρίων
.
δήποτε
.
δήπου
.
δῆσαι
.
δήσαντες
.
δήσας
.
δήσατε
.
δήσῃ
.
δήσῃς
.
δήσητε
.
δήσουσιν
.
Δία
.
δια
.
διὰ
.
διά
.
διαβαίνω
.
διαβάλλω
.
διαβὰς
.
διαβεβαιόομαι
.
διαβεβαιοῦνται
.
διαβεβαιοῦσθαι
.
διαβῆναι
.
διαβλέπω
.
διαβλέψεις
.
διάβολοι
.
διάβολον
.
διάβολος
.
διάβολός
.
διαβόλου
.
διαβόλους
.
διαβόλῳ
.
διαγγελῇ
.
διάγγελλε
.
διαγγέλλω
.
διαγγέλλων
.
διαγενομένου
.
διαγενομένων
.
διαγίνομαι
.
διαγινώσκειν
.
διαγινώσκω
.
διαγνωρίζω
.
διάγνωσιν
.
διάγνωσις
.
διαγνώσομαι
.
διαγογγύζω
.
διάγοντες
.
διαγρηγορέω
.
διαγρηγορήσαντες
.
διάγω
.
διάγωμεν
.
διαδεξάμενοι
.
διαδέχομαι
.
διάδημα
.
διαδήματα
.
διαδίδωμι
.
διαδίδωσιν
.
διαδιδώσουσιν
.
διάδος
.
διάδοχον
.
διάδοχος
.
διαζώννυμι
.
διαθέμενος
.
διαθεμένου
.
διαθῆκαι
.
διαθήκη
.
διαθήκῃ
.
διαθήκην
.
διαθήκης
.
διαθηκῶν
.
διαθήσομαι
.
διαιρέσεις
.
διαίρεσις
.
διαιρέω
.
διαιροῦν
.
διακαθαίρω
.
διακαθᾶραι
.
διακαθαριεῖ
.
διακαθᾶριεῖ
.
διακαθαρίζω
.
διακατελέγχομαι
.
διακατηλέγχετο
.
διακονεῖ
.
διακόνει
.
διακονεῖν
.
διακονείτωσαν
.
διακονέω
.
διακονῇ
.
διακονηθεῖσα
.
διακονηθῆναι
.
διακονῆσαι
.
διακονήσαντες
.
διακονήσει
.
διακονία
.
διακονίᾳ
.
διακονίαν
.
διακονίας
.
διακονιῶν
.
διάκονοι
.
διακόνοις
.
διάκονον
.
διάκονος
.
διάκονός
.
διακόνου
.
διακονουμένῃ
.
διακονοῦντες
.
διακονούντων
.
διακόνους
.
διακονοῦσαι
.
διακονῶν
.
διακόσιαι
.
διακοσίας
.
διακόσιοι
.
διακοσίους
.
διακοσίων
.
διακούομαι
.
διακούσομαί
.
διακούω
.
διακριθῇ
.
διακριθῆτε
.
διακρῖναι
.
διακρίναντα
.
διακρίνει
.
διακρίνειν
.
διακρινέτωσαν
.
διακρινομένοι
.
διακρινόμενοι
.
διακρινόμενον
.
διακρίνόμενον
.
διακρινόμενος
.
διακρινομένους
.
διακρίνω
.
διακρίνων
.
διακρίσεις
.
διάκρισιν
.
διάκρισις
.
διακωλύω
.
διαλαλέω
.
διαλέγεται
.
διαλέγομαι
.
διαλεγόμενον
.
διαλεγόμενος
.
διαλεγομένου
.
διαλείπω
.
διάλεκτος
.
διαλέκτῳ
.
διαλλάγηθι
.
διαλλάσσω
.
διαλογίζεσθαι
.
διαλογίζεσθε
.
διαλογίζομαι
.
διαλογιζόμενοι
.
διαλογιζομένων
.
διαλογίζονται
.
διαλογισμοὶ
.
διαλογισμοί
.
διαλογισμοῖς
.
διαλογισμὸν
.
διαλογισμὸς
.
διαλογισμοῦ
.
διαλογισμοὺς
.
διαλογισμῶν
.
διαλύω
.