Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
δ'-δεῦρο
Δαβὶδ
.
Δαβίδ
.
δαίμονες
.
δαιμόνια
.
δαιμονίζεται
.
δαιμονίζομαι
.
δαιμονιζόμενοι
.
δαιμονιζόμενον
.
δαιμονιζόμενος
.
δαιμονιζομένου
.
δαιμονιζομένους
.
δαιμονιζομένῳ
.
δαιμονιζομένων
.
δαιμονίοις
.
δαιμόνιον
.
δαιμονίου
.
δαιμονισθεὶς
.
δαιμονισθείς
.
δαιμονιώδης
.
δαιμονίων
.
δαίμονος
.
δαιμόνων
.
δαίμων
.
δάκνετε
.
δάκνω
.
δάκρυ
.
δάκρυον
.
δάκρυσιν
.
δακρύω
.
δακρύων
.
δακτύλιον
.
δακτύλιος
.
δάκτυλον
.
δάκτυλόν
.
δάκτυλος
.
δακτύλου
.
δακτύλους
.
δακτύλῳ
.
δακτύλων
.
Δαλμανουθά
.
Δαλματία
.
Δαλματίαν
.
δαμάζεται
.
δαμάζω
.
δαμάλεως
.
δάμαλις
.
Δάμαρις
.
δαμάσαι
.
Δαμασκηνός
.
Δαμασκηνῶν
.
Δαμασκὸν
.
Δαμασκόν
.
Δαμασκός
.
Δαμασκῷ
.
δανείζετε
.
δανείζητε
.
δανείζουσιν
.
δανείζω
.
δάνειον
.
δανείσασθαι
.
δανειστῇ
.
δανειστής
.
δανίζετε
.
δανίζουσιν
.
δανίζω
.
Δανιὴλ
.
δάνιον
.
δανίσασθαι
.
δανίσητε
.
δανιστῇ
.
δανιστής
.
δαπανάω
.
δαπάνη
.
δαπάνην
.
δαπανήσαντος
.
δαπανήσασα
.
δαπανήσητε
.
δαπάνησον
.
δαπανήσω
.
δαρήσεσθε
.
δαρήσεται
.
Δαυεὶδ
.
Δαυείδ
.
Δαυὶδ
.
Δαυίδ
.
Δαύιδ
.
δὲ
.
δέ
.
δεδάμασται
.
δεδεκάτωκεν
.
δεδεκάτωται
.
δέδεκται
.
δεδεκώς
.
δέδεμαι
.
δεδεμένα
.
δεδεμένην
.
δεδεμένον
.
δεδεμένος
.
δεδεμένους
.
δέδεσαι
.
δεδέσθαι
.
δέδεται
.
δεδικαίωμαι
.
δεδικαιωμένος
.
δεδικαίωται
.
δεδιωγμένοι
.
δεδοκιμάσμεθα
.
δεδομένην
.
δεδομένον
.
δεδόξασμαι
.
δεδοξασμένῃ
.
δεδοξασμένον
.
δεδόξασται
.
δέδοται
.
δεδουλεύκαμεν
.
δεδουλωμένας
.
δεδουλωμένοι
.
δεδούλωται
.
δέδωκα
.
δέδωκας
.
δέδωκάς
.
δεδώκει
.
δεδώκεισαν
.
δέδωκεν
.
δέδωκέν
.
δεδωκότι
.
δεδωρημένης
.
δεδώρηται
.
δέῃ
.
δεηθέντων
.
δεήθητε
.
δεήθητι
.
δεήσει
.
δεήσεις
.
δεήσεσι
.
δεήσεσιν
.
δεήσεσίν
.
δεήσεως
.
δέησιν
.
δέησις
.
δέησίς
.
δεθῆναι
.
δεῖ
.
δεῖγμα
.
δειγματίζω
.
δειγματίσαι
.
δεικνύειν
.
δεικνύεις
.
δείκνυμι
.
δεικνύντος
.
δεικνύοντός
.
δείκνυσιν
.
δεικνύω
.
δειλία
.
δειλίας
.
δειλιάτω
.
δειλιάω
.
δειλοί
.
δειλοῖς
.
δειλός
.
δεῖν
.
δεῖνα
.
δεινῶς
.
δεῖξαι
.
δείξατέ
.
δειξάτω
.
δείξει
.
δεῖξον
.
δεῖξόν
.
δείξω
.
δειπνέω
.
δειπνῆσαι
.
δειπνήσω
.
δείπνοις
.
δεῖπνον
.
δεῖπνος
.
δείπνου
.
δείπνῳ
.
δείραντες
.
δεισιδαιμονέστερος
.
δεισιδαιμονεστέρους
.
δεισιδαιμονία
.
δεισιδαιμονίας
.
δειχθέντα
.
δεκα
.
δέκα
.
δεκαδύο
.
δεκαέζ
.
δεκαοκτὼ
.
δεκαοκτώ
.
δεκαπέντε
.
Δεκαπόλει
.
Δεκαπόλεως
.
Δεκάπολις
.
δεκάτας
.
δεκατέσσαρες
.
δεκατεσσάρων
.
δεκάτη
.
δεκάτην
.
δέκατον
.
δέκατος
.
δεκατόω
.
δεκτὴν
.
δεκτήν
.
δεκτόν
.
δεκτὸς
.
δεκτός
.
δεκτῷ
.
δελεαζόμενος
.
δελεάζοντες
.
δελεάζουσιν
.
δελεάζω
.
δένδρα
.
δένδρον
.
δένδρων
.
δέξαι
.
δεξαμένη
.
δεξάμενοι
.
δεξάμενος
.
δέξασθαι
.
δέξασθε
.
δέξασθέ
.
δέξηται
.
δεξιὰ
.
δεξιά
.
δεξιᾷ
.
δεξιὰν
.
δεξιὰς
.
δεξιᾶς
.
δεξιοῖς
.
δεξιολάβος
.
δεξιολάβους
.
δεξιὸν
.
δεξιόν
.
δεξιὸς
.
δεξιός
.
δεξιῶν
.
δέξωνται
.
δέξωνταί
.
δέομαι
.
δέομαί
.
δεόμεθα
.
δεόμενοι
.
δεόμενος
.
δέον
.
δέοντα
.
δέος
.
δέους
.
Δερβαῖος
.
Δέρβη
.
Δέρβην
.
δέρει
.
δέρεις
.
δέρμα
.
δέρμασιν
.
δερματίνην
.
δερμάτινος
.
δέροντες
.
δέρω
.
δέρων
.
δεσμὰ
.
δεσμά
.
δέσμας
.
δεσμεύουσιν
.
δεσμεύω
.
δεσμεύων
.
δεσμέω
.
δέσμη
.
δέσμιοι
.
δεσμίοις
.
δέσμιον
.
δέσμιος
.
δεσμίους
.
δεσμίων
.
δεσμοῖς
.
δεσμόν
.
δεσμὸς
.
δεσμοῦ
.
δεσμούς
.
δεσμοφύλακι
.
δεσμοφύλαξ
.
δεσμῶν
.
δεσμώτας
.
δεσμωτήριον
.
δεσμωτηρίου
.
δεσμωτηρίῳ
.
δεσμώτης
.
δέσποτα
.
δεσπόταις
.
δεσπότας
.
δεσπότῃ
.
δεσπότην
.
δεσπότης
.
δεῦρο
.