ψαλλέτω . ψάλλοντες . ψάλλω . ψαλμοῖς . ψαλμὸν . ψαλμός . ψαλμῷ . ψαλμῶν . ψαλῶ . ψευδαδέλφοις . ψευδάδελφος . ψευδαδέλφους . ψευδαπόστολοι . ψευδαπόστολος . ψεύδει . ψευδεῖς . ψεύδεσθε . ψευδέσιν . ψευδής . ψευδοδιδάσκαλοι . ψευδοδιδάσκαλος . ψευδολόγος . ψευδολόγων . ψεύδομαι . ψευδομάρτυρ . ψευδομάρτυρες . ψευδομαρτυρέω . ψευδομαρτυρήσεις . ψευδομαρτυρήσῃς . ψευδομαρτυρία . ψευδομαρτυρίαι . ψευδομαρτυρίαν . ψευδομαρτύρων . ψευδόμαρτυς . ψευδόμεθα . ψευδόμενοι . ψεύδονται . ψευδοπροφῆται . ψευδοπροφήταις . ψευδοπροφήτην . ψευδοπροφήτης . ψευδοπροφήτου . ψευδοπροφητῶν . ψεῦδος . ψεύδους . ψευδόχριστοι . ψευδόχριστος . ψευδώνυμος . ψευδωνύμου . ψεύσασθαι . ψεύσασθαί . ψεῦσμα . ψεύσματι . ψεῦσται . ψεύσταις . ψεύστην . ψεύστης . ψηλαφάω . ψηλαφήσατέ . ψηλαφήσειαν . ψηλαφωμένῳ . ψηφίζει . ψηφίζω . ψηφισάτω . ψῆφον . ψῆφος . ψιθυρισμοί . ψιθυρισμός . ψιθυριστάς . ψιθυριστής . ψιχίον . ψιχίων . ψυγήσεται . ψυχαί . ψυχαὶ . ψυχαῖς . ψυχάς . ψυχὰς . ψύχει . ψυχή . ψυχὴ . ψυχῇ . ψυχήν . ψυχὴν . ψυχῆς . ψυχική . ψυχικοί . ψυχικόν . ψυχικός . ψυχικὸς . ψύχος . ψῦχος . ψυχρός . ψυχρὸς . ψυχροῦ . ψύχω . ψυχῶν . ψώμιζε . ψωμίζω . ψωμίον . ψωμίσω . ψώχοντες . ψώχω .
Ω ω G5598 Omega o-may-gah (O o)
Ω . ὦ . ᾦ . ὣ . ᾧ . Ὠβήδ . Ὠβὴδ . ᾠδαῖς . ὧδε . ὧδέ . ᾠδή . ᾠδήν . ᾠδὴν . ὠδίν . ὠδὶν . ὠδῖνας . ὠδίνουσα . ὠδίνω . ὠδίνων . ὠκοδομήθη . ᾠκοδομήθη . ὠκοδόμησεν . ᾠκοδόμησεν . ᾠκοδόμητο . ᾠκοδόμουν . ὦμεν . ὡμίλει . ὡμίλουν . ὡμοιώθη . ὡμοιώθημεν . ὡμολόγησας . ὡμολόγησεν . ὡμολόγουν . ὦμος . ὤμοσα . ὤμοσεν . ὡμοσεν . ὤμους . ὤν . ὢν . ὦν . ὧν . ᾧν . ὠνείδιζον . ὠνείδισεν . ὠνέομαι . ὠνήσατο . ὠνόμασεν . ὠνομάσθη . ὠόν . ᾠόν . ὥρα . ὥρᾳ . ὧραι . ὡραίᾳ . ὡραίαν . ὡραῖοι . ὡραῖος . ὥραν . ὥρας . ὠργίσθη . ὠργίσθησαν . ὤρθριζεν . ὥρισαν . ὥρισεν . ὡρισμένῃ . ὡρισμένον . ὡρισμένος . ὥρμησαν . ὥρμησάν . ὥρμησεν . ὤρυξεν . ὠρύομαι . ὠρυόμενος . ὠρχήσασθε . ὠρχήσατο . ὡρῶν . ὡς . ὥς . ὼς . ὡσαννά . ὡσαννὰ . ὡσαύτως . ὡσει . ὡσεί . ὡσεὶ . Ὡσηέ . Ὡσηὲ . ὠσίν . ὠσὶν . ὦσιν . ὡσπερ . ὥσπερ . ὧσπερ . ὡσπερεί . ὡσπερεὶ . ὡστε . ὥστε . ὧστε . ὦτα . ὦτά . ὠτάριον . ὠτίον . ὦτίον . ὠτίου . ὤφειλεν . ὠφείλετε . ὠφείλομεν . ὤφειλον . ὠφελεῖ . ὠφέλεια . ὠφελείας . ὠφελεῖται . ὠφελεῖτε . ὠφελέω . ὠφεληθεῖσα . ὠφεληθῇς . ὠφελήθησαν . ὠφεληθήσεται . ὠφελήσει . ὠφέλησεν . ὠφελήσω . ὠφέλιμα . ὠφέλιμος . ὠφέλιμός . ὠφελοῦμαι . ὤφθη . ὤφθην . ὤφθησαν .
