Modern Literal Version · Analytical Greek Lexicon
Analytical Greek Lexicon Entry
Βηθαβαρά-βωμός
Βηθαβαρᾶ
.
Βηθανία
.
Βηθανίᾳ
.
Βηθανίαν
.
Βηθανίας
.
Βηθεσδά
.
Βηθζαθά
.
Βηθλεὲμ
.
Βηθλεέμ
.
Βηθλέεμ
.
Βηθλεέμα
.
Βήθλέμα
.
Βηθσαϊδὰ
.
Βηθσαϊδά
.
Βηθσαϊδάν
.
Βηθσφαγὴ
.
Βηθσφαγή
.
Βηθφαγὴ
.
βηθφαγῆ
.
βῆμα
.
βήματι
.
βήματος
.
βήρυλλος
.
βία
.
βιάζεται
.
βιάζω
.
βιαίας
.
βίαιος
.
βίαν
.
βίας
.
βιασταὶ
.
βιαστής
.
βιβλαρίδιον
.
βιβλία
.
βιβλιαρίδιον
.
βιβλιδάριον
.
βιβλίοις
.
βιβλίον
.
βιβλίου
.
βιβλίῳ
.
βίβλος
.
βίβλου
.
βίβλους
.
βίβλῳ
.
βιβρώσκω
.
Βιθυνία
.
Βιθυνίαν
.
Βιθυνίας
.
βίον
.
βίος
.
βίου
.
βιόω
.
βιῶσαι
.
βίωσίν
.
βίωσις
.
βιωτικὰ
.
βιωτικά
.
βιωτικαῖς
.
βιωτικός
.
βλαβεράς
.
βλαβερός
.
βλάπτω
.
βλαστᾷ
.
βλαστάνῃ
.
βλαστάνω
.
βλαστάω
.
βλαστήσασα
.
Βλάστον
.
Βλάστος
.
βλάσφημα
.
βλασφημεῖ
.
βλασφημεῖν
.
βλασφημεῖς
.
βλασφημείσθω
.
βλασφημεῖται
.
βλασφημέω
.
βλασφημηθήσεται
.
βλασφημῆσαι
.
βλασφημήσαντι
.
βλασφημήσῃ
.
βλασφημήσωσιν
.
βλασφημῆται
.
βλασφημία
.
βλασφημίαι
.
βλασφημίαν
.
βλασφημὶας
.
βλασφημίας
.
βλάσφημοι
.
βλάσφημον
.
βλάσφημος
.
βλασφημοῦμαι
.
βλασφημούμεθα
.
βλασφημούμενοι
.
βλασφημοῦντας
.
βλασφημοῦντες
.
βλασφημούντων
.
βλασφημοῦσιν
.
βλάψαν
.
βλάψει
.
βλάψῃ
.
βλέμμα
.
βλέμματι
.
βλέπε
.
βλέπει
.
βλέπειν
.
βλέπεις
.
βλέπετε
.
βλεπέτω
.
βλέπῃ
.
βλέπῃς
.
βλέπομεν
.
βλεπόμενα
.
βλεπομένη
.
βλεπόμενον
.
βλεπομένων
.
βλέποντα
.
βλέποντας
.
βλεπόντες
.
βλέποντες
.
βλεπόντων
.
βλέπουσι
.
βλέπουσιν
.
βλέπω
.
βλέπων
.
βλέπωσι
.
βλέπωσιν
.
βλέψετε
.
βλέψον
.
βλέψουσιν
.
βληθεὶς
.
βληθείσῃ
.
βληθὲν
.
βληθῇ
.
βληθῆναι
.
βληθήσεται
.
βληθήσῃ
.
βλήθητι
.
βλητέον
.
βλητέος
.
Βόαζος
.
βοαὶ
.
Βοανεργές
.
Βοανηργές
.
βόας
.
βοάω
.
Βόες
.
βοή
.
βοήθει
.
βοήθεια
.
βοηθείαις
.
βοήθειαν
.
βοηθεῖτε
.
βοηθέω
.
βοηθῆσαι
.
βοήθησον
.
βοηθός
.
βόησον
.
βόθυνον
.
βόθυνος
.
βολή
.
βολήν
.
βολίδι
.
βολίζω
.
βολίς
.
βολίσαντες
.
Βοὸζ
.
Βοόζ
.
Βόοζ
.
Βόος
.
βοὸς
.
βοός
.
βόρβορος
.
βορβόρου
.
βορρᾶ
.
βοῤῥᾶ
.
βοῤῥᾶς
.
βόσκε
.
βόσκειν
.
βοσκομένη
.
βοσκομένων
.
βόσκοντες
.
βόσκω
.
Βοσὸρ
.
Βοσόρ
.
βοτάνη
.
βοτάνην
.
βότρυας
.
βότρυς
.
βουλὰς
.
βούλει
.
βούλεσθε
.
βούλεται
.
βουλεύεται
.
βουλεύομαι
.
βουλευόμενος
.
βουλεύσεται
.
βουλευτὴς
.
βουλευτής
.
βουλεύω
.
βουλὴ
.
βουλή
.
βουλῇ
.
βουληθεὶς
.
βουληθῇ
.
βούλημα
.
βουλήματι
.
βουλήματος
.
βουλὴν
.
βουλῆς
.
βούληται
.
βούλοιτο
.
βούλομαι
.
βούλομαί
.
βουλόμεθα
.
βουλόμενοι
.
βουλόμενος
.
βουλόμενός
.
βουλομένου
.
βουλομένους
.
βοῦν
.
βουνοῖς
.
βουνὸς
.
βοῦς
.
Βοώζης
.
βοῶν
.
βοῶντα
.
βοῶντες
.
βοῶντος
.
βοώντων
.
βραβεῖον
.
βραβευέτω
.
βραβεύω
.
βραδεῖς
.
βραδύνει
.
βραδύνω
.
βραδυπλοέω
.
βραδυπλοοῦντες
.
βραδὺς
.
βραδύτης
.
βραδυτῆτα
.
βραδύτητα
.
βραχέων
.
βραχίονι
.
βραχίονος
.
βραχίων
.
βραχὺ
.
βραχύ
.
βραχύς
.
βρέξαι
.
βρέφη
.
βρέφος
.
βρέφους
.
βρέχει
.
βρέχειν
.
βρέχῃ
.
βρέχω
.
βρονταὶ
.
βρονταί
.
βροντή
.
βροντὴν
.
βροντῆς
.
βροντῶν
.
βροχὴ
.
βρόχον
.
βρόχος
.
βρυγμὸς
.
βρύει
.
βρύχω
.
βρύω
.
βρῶμα
.
βρῶμά
.
βρώμασιν
.
βρώματα
.
βρώματί
.
βρώματος
.
βρωμάτων
.
βρώσει
.
βρώσεως
.
βρώσιμον
.
βρώσιμος
.
βρῶσιν
.
βρῶσις
.
βυθίζεσθαι
.
βυθίζουσι
.
βυθίζουσιν
.
βυθίζω
.
βυθός
.
βυθῷ
.
βυρσεῖ
.
βυρσεύς
.
βυρσέως
.
βύσσινον
.
βύσσινος
.
βυσσίνου
.
βύσσον
.
βύσσος
.
βύσσου
.
βωμὸν
.
βωμός
.